loading...
Θεοφάνη Παναγή, Φιλόλογου και φοιτητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ, «Η πόλις εάλω» – 29 Μαΐου 1453
alwsh.jpg

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης, ως ιστορικό γεγονός, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ορόσημα της παγκόσμιας ιστορίας. Πέραν, όμως, από ένα γεγονός των σελίδων των ιστορικών βιβλίων είναι και αιτία βαθιάς πληγής στην ψυχή των Ελλήνων. Τα γεγονότα της Αλώσεως μπορούν να συμπυκνωθούν σε όλο το βάρος της λέξης «τραγωδία» με τη σημερινή έννοια του όρου. Με την άλωση της Βασιλεύουσας, πολλά μνημεία του πολιτισμού της – του υλικού και του αΰλου, του θύραθεν και του εκκλησιαστικού – καταστράφηκαν ή έχασαν τον χαρακτήρα τους. Ο πόνος των ανθρώπων για τον χαμό της βασιλίδος των πόλεων έγινε κλαυθμός γοερός, άσμα πένθιμο, αλλά και άσμα ηρωικό, έθρεψε θρύλους, στους οποίους υπήρχε η ανάγκη να σταθεί η ελπίδα – ή προτιμότερα το όραμα – της επανάκτησής της.

Η πτώση της πόλης των Κωνσταντίνων δεν ήταν γεγονός ούτε απρόβλεπτο ούτε, όμως, άμοιρο προσπαθειών για την ανατροπή του. Για πολλούς η πτώση έδειξε τα πρώτα της σημάδια από τη Μάχη του Μαντιζκέρ (1071), τα οποία και κορυφώθηκαν το 1204, χρόνο κατά τον οποίο η Πόλη είχε αλωθεί και κυριευθεί από τους Σταυροφόρους. Όλο αυτό το διάστημα η αυτοκρατορία αντιμετώπιζε σοβαρά εσωτερικά προβλήματα και εξωτερικοί εχθροί είχαν ήδη καταλάβει αξιόλογες εκτάσεις της πάλαι ποτέ ένδοξης αυτοκρατορίας.

Όπως αναφέρει ο Φώτης Κόντογλου, τα γεγονότα της Αλώσεως δεν μπορεί κανείς να τα περιγράψει άξια. «Μιὰ τέτοια ἱστορία δὲ μπορεῖ νὰ τὴ γράψῃ ἄξια κανένας· δὲν πιστεύω νὰ βρίσκεται τέτοιος μεγάλος μάστορης. Κανένας, ἂς ἤτανε κι ὁ ἴδιος ὁ Ὅμηρος, ποὺ τραγούδησε μὲ λόγια σὰν κοτρώνια τὸν φημισμένον ἐκεῖνο πόλεμο τῆς Τρωάδας. Κείνη τὴ μέρα, ποὺ δὲν πρέπει νὰ λογαριαστῇ μηδὲ στὶς μέρες τῶν χρονῶν, μηδὲ στὶς μέρες τῶν μηνῶν, παρὰ νὰ τὴ σκεπάσῃ σκοτάδι, ὅπως λέγει ὁ Ἰὼβ γιὰ τὴ μέρα ποὺ γεννήθηκε, ὁ φόβος ποὔπιασε τοὺς ἀνθρώπους ἤτανε τέτοιος, ποὺ τρεῖς καὶ τέσσερες γενιὲς δὲ φτάξανε γιὰ νὰ συνεφέρουνε».

Ας αφήσουμε τη δική του γραφίδα να μας ταξιδέψει σε ένα εφιάλτη της ιστορίας με επιλεγμένες ψηφίδες του σχετικού έργου του: «Θεριὸ πρέπει νἆνε κανένας γιὰ νὰ μὴ δακρύσῃ τὸ μάτι του. Μέσα σὲ 55 μέρες χάθηκε ὅ,τι γίνηκε σὲ χίλια χρόνια. Δίχως νὰ χάσουνε καιρὸ τὸ ζώσανε, ὁ σουλτὰν Μεμέτης σὰ φίδι τὸ περιτύλιξε. Τοῦτοι ποὔχανε ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἀσία ἤτανε σὰ λιονταρόπουλα ἀδάμαστα· εἴχανε κότσα γερά, τὸ αἷμα τους ἔβραζε σὰ μοῦστος. Μὰ οἱ ἄλλοι ποὺ ἤτανε σφαλισμένοι μέσα στὸ σαραβαλιασμένο κάστρο, ἤτανε ράτσες γερασμένες, κουρασμένες ἀπ᾿ τὰ πάθια, ἀπ᾿ τὰ βιβλία κι᾿ ἀπὸ τὴν προσευχή, περήφανοι γιὰ τὸ σόϊ τους, θλιμμένοι γιὰ τὸ κατάντημά τους. Ὁ σουλτάνος ἔδερνε μὲ τὸ καμουτσὶ τοὺς στρατιῶτες του, τοὺς μαχαίρωνε, τσάκιζε τὸ κεφάλι τους μὲ τὸ χρυσὸ τοπούζι ποὺ βαστοῦσε στὸ χέρι του. Μὰ ὁ βασιλέας, ποὺ ἤτανε σφαλισμένος μέσα στὸ κάστρο, μιλοῦσε στοὺς δικούς του σὰ Χριστὸς μὲ τ᾿ ἀγκάθινο στεφάνι ὁποὺ τὦχε γιὰ κορῶνα βασιλική. Δὲ διάταξε τοὺς στρατιῶτες του, τοὺς παρακαλοῦσε μὲ τὴ θλιμμένη, φωνή του, μὲ τὰ μάτια του, ποὺ ἤτανε μελανιασμένα ἀπ᾿ τὴν ἀγρύπνια. Οἱ Τοῦρκοι ἤτανε ὡς τετρακόσιες χιλιάδες. Οἱ Χριστιανοί, ποὺ σηκώνανε ἅρματα, μαζευόντανε ὅλοι ὅλοι ἑφτὰ χιλιάδες, Ἕλληνες, Βενετσάνοι καὶ Γενοβέζοι. Ἡ πολιορκία ἄρχισε στὶς 5 Ἀπριλίου. Ἴσαμε τὶς 18 οἱ Τοῦρκοι βαρούσανε μὲ τὸ κανόνι καὶ κάνανε ψευτοπόλεμο. Οἱ γενιτσάροι χυμίζανε σὰν ζῶα χωρὶς νὰ λογαριάζουνε τὴ ζωή τους. Στὶς 20 τοῦ Μαγιοῦ, τ᾿ ἀπόγευμα, φανήκανε τέσσερα χριστιανικὰ καράβια γιὰ νὰ δώσουνε βοήθεια. Στὶς ἑφτὰ βδομάδες, ἔστειλε ὁ σουλτάνος τὸ γαμπρό του Ἰσφεντιάρογλου στὸ βασιλιὰ Κωνσταντῖνο νὰ τοῦ πῇ νὰ πάψουνε τὸν πόλεμο καὶ νὰ τοῦ παραδώσῃ τὴν Πόλη γιὰ νὰ μὴ χυθῇ ἄλλο αἷμα καὶ γιὰ νὰ μὴ σκλαβωθοῦνε τόσος λαός. Καὶ πῶς τὸν ἄφηνε νὰ πάρῃ μαζί του ὅ,τι ἤθελε καὶ νὰ πάγῃ νὰ βασιλέψῃ στὸ Μοριᾶ, δίχως νὰ τὸν πειράξῃ κανένας. Ὁ Παλαιολόγος ὅμως δὲν τὸ παραδέχτηκε κι᾿ ἀποφάσισε νὰ σκοτωθῇ. «Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ᾿ ἐμόν ἐστι, οὔτ᾿ ἄλλων τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν». Στὶς 24 Μαγιοῦ πρόσταξε τοὺς τελάληδες καὶ διαλαλήσανε στὸ στρατόπεδο πὼς στὶς 29 θὰ γινότανε τὸ μεγάλο γιουρούσι ἀπὸ στεριὰ κι᾿ ἀπὸ θάλασσα».

Παραμονή της αποφράδας ημέρας, οι Τούρκοι δημιουργήσαν ένα ηχητικό πανδαιμόνιο ωστόσο οι κάτοικοι της Πόλης με το ζωντανό παράδειγμα του γεραρού τους αυτοκράτορα προσπαθούν να ανακτήσουν τις εναπομείνασες τους δυνάμεις. Με τη γενική επίθεση της 29ης Μαΐου παρά την ηρωική αντίσταση των ολιγάριθμων υπερασπιστών της η πόλις εάλω. Ακολούθησε το άφραστο κούρσεμα της πόλης. «Τὸ μαχαίρι κ᾿ ἡ φωτιὰ βάσταξε τρία μερόνυχτα, ὅπως εἶχε ταμένο στοὺς στρατιῶτες του ὁ σουλτάνος».

Κατά την παράδοση, ο αυτοκράτορας πριν την γενική επίθεση της 29ης Μαΐου είπε: «Παρακαλῶ ὑμᾶς, ἵνα στῆτε ἀνδρείως καί μετά γενναίας ψυχῆς, ὡς πάντοτε ἕως τοῦ νῦν ἐποιήσατε κατά τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως ἡμῶν. Παραδίδω δέ εἰς ὑμᾶς τήν ἐκλαμπροτάτην καί περίφημον ταύτην πόλιν καί πατρίδα ἡμῶν και βασιλεύουσαν τῶν πόλεων. Καλῶς λοιπόν γινώσκετε, ἀδελφοί, ὅτι διά τέσσαρά τινα ὀφείλομεν κοινῶς πάντες νά προτιμήσωμεν τόν θάνατον μᾶλλον ἤ τήν ζωήν· πρῶτον μέν ὑπέρ τῆς πίστεως ἡμῶν καί εὐσεβείας, δεύτερον δέ ὑπέρ τῆς πατρίδος, τρίτον δέ ὑπέρ τοῦ βασιλέως ὡς Χριστοῦ τοῦ Κυρίου και τέταρτον ὑπέρ συγγενῶν καί φίλων». Με αυτά τα λόγια αναδεικνύεται ως πρότυπο χριστιανού ηγέτη αλλά και πιστού υπηκόου του αληθινού Βασιλέα. Αυτό μας το φανερώνει και ο ανώνυμος «Θρήνος της Κωνσταντινουπόλεως». Ο θρήνος αυτός περιλαμβάνει ένα διάλογο της Κυρίας Θεοτόκου με τον Παλαιολόγο. Η Παναγία απευθύνεται στον αυτοκράτορα λέγοντας του ότι ενώ πάμπολλες φορές έχει διασώσει την Πόλη της, αυτή τη φορά παρακάλεσε τον Υιό και Θεό της να παραδοθεί σε χείρες αλλοτρίων για τις πολλές αμαρτίες του κόσμου. Στη συνέχεια, καλεί τον Παλαιολόγο να αφήσει το στέμμα της βασιλείας, για να το φυλάξει και να το δώσει στον επόμενο ηγέτη, όταν ο Θεός το ευδοκήσει. Ο αυτοκράτορας της απαντά: «Ὦ δέσποινά μου, ἐπειδή διὰ τὰς ἁμαρτίας μου ἐξεγυμνώθηκα τὴν τιμὴν τῆς βασιλείας καὶ χάνω καὶ τὴν ζωήν μου, ἰδοὺ παραδίδωμι καὶ τὴν ψυχήν μου εἰς χεῖράς σου, καθώς σε ἐπαρέδωκα καὶ τὸ στέφος τῆς βασιλείας». Τότε η Θεοτόκος του αποκρίθηκε λέγοντας: «Κύριος ὁ θεὸς νὰ ἀναπαύσῃ τὴν ψυχήν σου μετὰ τῶν ἁγίων αὐτοῦ».

Η επίμονη άρνηση της μη αποδοχής του τέλους, την οποία επέβαλλε η πονεμένη καρδιά του Ελληνισμού, οδήγησε τους ανθρώπους στη δημιουργία θρύλων και παραδόσεων, οι οποίοι έδιδαν την επαγγελία της λευτεριάς. Ιδιαίτερα γνωστός είναι ο θρύλος του μαρμαρωμένου βασιλιά. Σύμφωνα με αυτόν, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν πέθανε,κ αλλά κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα του ναού της Αγίας Σοφίας και άγγελος Κυρίου τον είχε μαρμαρώσει μέχρι την ώρα της απελευθέρωσης της Κωνσταντινούπολης. Τον θρύλο αυτό εμπότιζε και το γεγονός ότι δεν είχε βρεθεί το νεκρό σώμα του αυτοκράτορα.

Παρόμοιος θρύλος είναι αυτός που αφορά τον ιερέα της Αγίας Σοφίας. Σύμφωνα με διάφορες λαϊκές δοξασίες, την ώρα κατά την οποία εισήλθαν οι Τούρκοι στην Αγια-Σοφιά η λειτουργία δεν είχε ακόμα τελειώσει. Ο ιερέας, ο οποίος λειτουργούσε, πήρε το Άγιο Δισκοπότηρο και μπήκε σε μια πόρτα, η οποία σφραγίστηκε αμέσως. Όπως αναφέρεται στις παραδόσεις, είναι θέλημα Θεού η πόρτα να ανοίξει μόνη της, όταν η Κωνσταντινούπολη ελευθερωθεί και να βγει από εκεί ο παπάς, για να τελειώσει τη λειτουργία που άφησε στη μέση.

Ακόμη ένας ιδιαίτερα προσφιλής θρύλος είναι αυτός των ψαριών των Καλογήρων. Κάποιος καλόγερος είχε ψαρέψει σε ένα ποτάμι ψάρια και τα τηγάνιζε κοντά στην όχθη του ποταμού. Τη στιγμή εκείνη ακούστηκε από ένα πουλί το μήνυμα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους. Ο καλόγερος σάστισε και αμέσως τα μισοτηγανισμένα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι και ξαναβρέθηκαν στο ποτάμι. Κατά την παράδοση, τα ψάρια ζουν εκεί αιώνια μέχρι τη στιγμή της απελευθέρωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, οπότε και θα ξαναβγούν, για να συνεχιστεί το τηγάνισμα τους. Δεκάδες θρύλοι, οι οποίοι κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος μεγάλωσαν γενεές και κράτησαν άσβεστη τη φλόγα της μνήμης και της ελπίδας. Μάλιστα, ο ηθογράφος Μιχαήλ Μητσάκης στο διήγημα του «Το βάπτισμα» παρουσιάζει την άρνηση ενός πατέρα να βαπτιστεί το παιδί του στην Ελλάδα επειδή ένιωθε την εγγύτητα της απελευθέρωσης και πίστευε ότι θα τον αξίωνε σύντομα ο Θεός να βαπτίσει τον γιο του στην Αγία Σοφία. Ο πατέρας πέθανε και προφανώς το όραμά του έμεινε απραγματοποίητο.

Η ιδιαίτερη πατρίδα μας, ως αναπόσπαστο κομμάτι του Ελληνισμού, δεν θα μπορούσε να μην διατηρεί και αυτή φανερώματα του ίδιου πόθου. Τέτοιοι μάρτυρες είναι το ιδιαίτερα αγαπητό δημοτικό τραγούδι «Τρεις καλοήροι κρητικοί», το οποίο σε μια παραλλαγή αποτελεί θρήνο για την άλωση της Βασιλεύουσας, τα ποιήματα επώνυμων έντεχνων ποιητών, όπως ο Βασίλης Μιχαηλίδης με το «Όρομαν του Ρωμιού», αλλά και η λαϊκή μούσα.

29 Μαΐου 1953. Έφριξεν ο ήλιος. Στέναξε η γη. Και απ΄ εκείνη τη στιγμή άρχισε θρήνος αιώνων με την ταυτόχρονη -έστω και ξεθωριασμένη- ελπίδα να σωπάσει το πολυδάκρυ της κυρα-Δέσποινας.