loading...
ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΡΕΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΟΥ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΟΥ

 

Ως μέγας και ανεκτίμητος θησαυρός φυλάσσεται εις την Αγίαν Μονήν μας η θαυματουργός εικών του Ιησού Χριστού η επονομασθείσα του Φανερωμένου , η οποία ευρέθη κατά θείαν ευδοκίαν την 6ην Μαρτίου του 1920 και ευρίσκεται έμπροθεν του τέμπλου. Αποτελεί δε και το μοναδικό κειμήλιον της Μονής διότι από της ιδρύσεως της (1143, επί Λέοντος, επισκόπου Ναυπλίας και Άργους, του ιδρυτού και κτήτορος αυτής) δεν διεσώθει παρά μόνον το καθολικόν, το οποίον πυρπόλησαν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ πασά (1825), ενώ κατέστρεψαν ολοσχερώς την Μονήν.

Η Θεία Πρόνοια επέλεξε προς εύρεσιν της αγίας εικόνοςένα δικηγόρον από την Αμερικήν, τον ελληνικής καταγωγής Θεόδωρον Ρογκόπουλον. Ο Ρογκόπουλος, καταγόμενος από την Αρκαδίαν, δωδεκαετής ων προσεκλήθη εις την Αμερικήν από τους εκεί εγκαταστημένους θείους του δια να σπουδάσει επειδή διεκρίνετο δια την εξαιρετικήν ευφυΐαν και φιλομάθειάτου. Εκεί αρίστευσε εις τας νομικάς σπουδάς του και κατά την άσκησιν του επαγγέλματος του ως δικηγόρος κατέστη λίαν αγαπητός και το πρόσωπον καταφύγηςόλων των ομογενών τόσον δια τας επαγγελματικάςεπιτυχίας του, όσον και δια το συμπαθές, ευπροσήγορονκαι φιλάνθρωπον ήθος του.

Κατά το έτος 1914 ο Θεόδωρος είδε σε όραμα την Παναγία, η οποία του είπε ː « Θεόδωρε, θα πας στην Ελλάδα, στο Ναύπλιον, εις την Αγίαν Μονήν, θα σκάψεις όπισθεν του ιερού, θα βρείς το κειμήλιον του Υιού μου και θα το παραδώσεις εις την ηγουμένη Καικιλίαν, η οποία είναι φίλη μου και θα αναπέμψει ύμνους και ωδάς προς τον Υιόν μου. Έμπροσθεν της εικόνος μου θα σε βοηθήσω και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ θα σε συνοδεύσει εις την αποστολήν σου αυτή». Το αποκαλυπτικόν αυτό όνειρο τον συνεκλόνισε˙ δεν πίστευσε όμως και σκέφτηκε μήπως επλανήθη η ασθένησε ψυχικώς.

Πέρασε διάστημα έξι ετών όπου έβλεπε την ΚυρίανΘεοτόκον να τον προτρέπει εις αυτήν την αποστολήν. Μάλιστα σε κάποια από τας εμφανίσεις Της τον προέτρεψε « Θεόδωρε, εάν εκτελέσεις την αποστολήνταύτην, θα δοξασθείς. Εάν αδιαφορήσεις, άλλος θα σταλεί… και συ θα ζημιωθείς» Εκείνος, όμως, έχοντας τον φόβον μέσα του μήπως δεν βρει τίποτε και μειωθεί το επιστημονικόν του κύρος, δεν απεφάσιζεν. Επιπλέον,θεωρούσε τον εαυτόν του ανάξιον δια μια τέτοια αποστολήν.  

Κατά θείαν οικονομίαν ήρθε εις την Αθήνα το έτος 1920 ως εκτελεστής της διαθήκης κάποιου ομογενούς, καλουμένου Αντωνίου, αποθανόντος εις την Αμερικήν.Αυτήν την φορά είδεν εις όραμα την αγίαν Ελένη η οποία τον παρότρυνεː « Όπως εγώ βρήκα τον Σταυρόντου Κυρίου έτσι κι εσύ θα βρεις το κειμήλιον του Υιού της Παρθένου. Μη φοβείσαι, πίστευε, πήγαινε και θα εύρειςτο ζητούμενο ».  

Ενθαρρυνθείς ο Θεόδωρος από το όραμα αυτό έφθασε εις το Ναύπλιον συνοδευόμενος από ένα χαριτωμένοντσελιγγόπουλον που δεν ήταν άλλος από τονΑρχιστράτηγον Γαβριήλ, ο οποίος τον συνόδευσε και εις την άμαξαν. Ενώ πλησίαζαν εις την Μονήν λέγει το φαινόμενο τσελιγγόπουλον εις τον Θεόδωρον: « Ιδού το μοναστήρι, που ζητείς. Πήγαινε να εκπληρώσεις την αποστολή σου» και έγινε άφαντο, ενώ εξεχύθει ευωδία ουράνια. Ρίγη συγκινήσεως διαπέρασαν τον Θεόδωρο όταν συνειδητοποίησε την ταυτότητα του συνταξιδιώτουτου.

Η Καθηγουμένη, η μητέρα Καικιλία, εδέχθη ευγενώς τον Θεόδωρον και άκουσε όσα της διηγήθηκε δια τα οράματα που έβλεπε εις την Αμερικήν αλλά δεν τον πίστεψε. Επεφυλάχθη να τον καλέσει την επόμενη μέραν. Τον βράδυ εκείνο παρέτεινε την προσευχή της εκζητούσα εναγωνίως τον θείον φωτισμόν , διότι ανέκαθεν διατηρούσε επιφυλάξεις εις οραματισμούς και ενύπνια. Πλησίαζαν μεσάνυκτα όταν άκουσεν ένα κτύπον εις την πόρταν του κελίου της και βλέπει την Υπεραγία Θεοτόκο μέσα εις φως και της λέγει:« Καικιλία, αυτόν που σου έχω στείλει να αφήσεις να κάνη ότι τον έχω διατάξει» και χάθηκε από εμπρός της.

Τότε αμέσως ειδοποίησε τας μοναχάς, έσπευσαν εις τον ναόν και προσηύχοντο μέχρι το πρωί. Όταν την επόμενη ήλθε ο επισκέπτης δεν τον ρώτησε τίποτε, αφού η ίδια η Παναγία την είχε πληροφορήσει, αλλά κατέβηκαν μαζί εις το Ναύπλιον και ζήτησαν άδειαν από τον τότε Μητροπολίτην Αθανάσιον και τας τοπικάς Αρχάς. Αφού προηγήθει η τέλεση του αγιασμού άρχισαν να περισκάπτουν τον ναό από νότια και ανατολικά επίπερίπου δεκαπέντε ημέρας, διότι ο ναός ήτο προσχομένος γύρω εις το 1.60μ. Ήτο Μάρτιος μήνας, Δευτέρα εβδομάδα των Χαιρετισμών. Οι εργάτες έσκαβαν καθημερινά και ο Θεόδωρος πηγαινοήρχετο με τον φόβο μήπως δεν βρει τίποτε και διαψευσθεί. Έφθασεημέρα Παρασκευή και το απόγευμα είχαν συγκεντρωθείαρκετοί άνθρωποι δια να ακούσουν την ακολουθίαν των Χαιρετισμών.  

Εκείνη την ώρα οι εργάτες έσκαβαν πίσω εις την Αγίαν  Πρόθεσιν εις το ελάχιστον τμήμα της ανασκαφής που είχε απομείνει. Η μητέρα Καικιλία τους παρότρυνε να συντομεύσουν δια να μην ακούγεται ο θόρυβος εις τον ναόν. Ο αρχιεργάτης από τον κόπον αρνήθηκε να συνεχίσει την εργασίαν. Η Ηγουμένη μετά την παραίτηση του αρχιεργατή, απηυνθύθη προς την τότε δόκιμη αδελφήν Φεβρωνίαν (Μπουντούρη, +28/11/1979): «Μπορείς εσύ, παιδί μου, να τελειώσεις το ελάχιστον τμήμα της εργασίας;» Η αδελφή Φεβρώνία, εικοσαετής και με μεγάλην σωματικήν δύναμιν έλαβε προθύμως την αξίνην και εις το τρίτον χτύπημα άκουσαν υπόκωφον κτύπον. Κατάλαβαν ότι κάτι υπήρχε, καθάρισαν τον τόπον από ξύλα, χώματα και πέτρες και βρήκαν αυτήν την αγίαν εικόνα προφυλαγμένην μέσα εις τέσσερις τετραγώνους παλαιάς κεραμίδας. Κάποιος κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας η και Ενετοκρατίας την είχε κρύψει δια να μη βεβηλωθεί.

Γεμάτος συγκίνησιν ο Ρογκόπουλος γονάτισε, την πήρε εις τα χέρια του, την προσκύνησε και την παρέδωσε εις την μητέρα Καικιλίαν η οποία την ησπάσθη μετ’ ευλαβείας αναπέμπουσα κατανυκτικάς αυτοσχεδίους ευχαριστηρίους προσευχάς και με τους γλυκέις ήχους της καμπάνας εισήλθαν άπαντες εις τον ναόν αλλοιωμένοι υμνούντες την Παναγίαν μας και δοξολογούντες τα μεγαλεία του Θεού, και «ως εν ουρανώ είναι ενόμιζον».

Την ιεράν συγκίνησιν επέτεινε και το πρώτον θαύμα που συνετελέσθη με την ίασιν ενός μικρού παιδιού με παραλελυμένον το χέρι του εκ γενετής. Μετά το πέρας της ακολουθίας των Χαιρετισμών ανεχώρησαν πάντες οι εκκλησιασθέντες με αισθήματα πνευματικής ευφροσύνης και ευγνωμοσύνης προς τον Κύριον δια την εξαίρετον τιμήν να παρευρεθούν εις την εύρεσιν της αγίας Του εικόνος.

Την επομένην επανήλθε ο Ρογκόπουλος εις την Μονήν και διηγήθει εις την μητέρα Καικιλίαν το όραμα που είδε την παρελθούσαν νύκτα με τον Αρχάγγελον Γαβριήλ, ο οποίος τον βεβαίωσε: « Θεόδωρε, την αποστολήν σου καλώς εξετέλασας. Κήρυξον απ’ άμβωνος τα οράματάσου. Πορεύου εν ειρήνη προς αποπεράτωσιν των εργασιών εις Αθήνας και την ημέραν που θα συναντηθώμεν, θα δοξασθείς».

Πράγματι επί επτά ημέρες διηγείτο εντός του ναού εις τους προσκυνητάς τα όσα είδε και όσα θαυμαστά γεγονότα αξιώθηκε να ζήσει. Κατόπιν ανεχώρησε δια την Αθήνα όπου και ολοκλήρωσε τα της διαθήκης του αποθανόντος Αντωνίου και ετοιμαζόταν να επιστρέψειεις την Αμερικήν. Απροσδόκητα όμως ασθένησε βαρέωςκαι νοσηλεύθηκε εις νοσοκομείον των Αθήνων. Την ημέραν της εορτής των Ταξιαρχών, 8 Νοεμβρίου του έτους 1920, την ώραν που εσήμαιναν οι κώδωνες του ναΐσκου του νοσοκομείου παρεκάλεσε την αδελφήννοσοκόμον:  «Αδελφή, σας παρακαλώ, ευπρεπίσατε τον θάλαμον, διότι έρχονται να με επισκεφθούν δύο στρατηγοί με εκθαμβωτικάς στολάς, ολόχρυσα παράσημα, λαμπρότερα του ηλίου». Και με τον ίδιο θαυμασμόσυνεχώς επαναλάμβανε «Έρχονται, πλησιάζουν, ω Φως, ω λάμψις». Και με αυτάς τας λέξεις άφησε εν ειρήνη το πνεύμα του.

Η ευγενική ψυχή του Θεοδώρου έσπευσε να απολαύσειτην δόξα την υποσχεθείσαν υπό της ιδίας της Θεομήτορος, την οποίαν αξιώθηκε να ιδεί και να εκτελέσει την θείαν Της επιταγήν. 

Κατ’ αυτόν τον τρόπο ευδόκησε η Παναγία μας να αποκαλύψει και χαρίσει εις την Αγίαν ημών Μονήν την προ αδήλων ετών κεκρυμμένην θαυματουργόν εικόνα του Υιού Της, η οποία ανεδείχθη πηγή θαυμάτων, θεραπεύουσα νόσους ψυχής και σώματος και καταγλυκαίνουσα τας ψυχάς των ευλαβώς προσκυνούντων Αυτήν.

Παρήλθον ήδη 100 έτη από της θαυμαστής ευρέσεως της αγίας και θαυματουργού εικόνος του Κυρίου μας. Πληρούμενα ευγνωμοσύνης και δοξολογίας και δι’ αυτήν την από Θεού ευλογίαν εκζητόυμεν τας θεοπειθείς ευχάςτου σεπτού Ποιμενάρχου και Πατρός ημών κ.κΝεκταρίου εις την αδελφότητά μας και πάντας τους ευλαβείς προσκυνητάς, τους διακονούντας και ευεργετούντας ποικιλοτρόπως την Αγίαν ημών Μονήν.

Η πάνσεπτος και εξαιρέτου ωραιότητος μορφή του Κυρίου Ιησού του «Φανερωμένου» ευχόμεθα όπως εμπνέει, ενισχύσει, ειρηνεύσει και χαροποιεί πάντας τους προσκυνούντας Αυτήν εν πίστη και εκπληρεί όσα προς σωτηρίαν αιτήματα. Την δε περίοδον της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής καθ΄ην ευρέθη η αγία εικών ας πολυπλασιάσωμεν τα δοθέντα τάλαντα και προσφέρωμενεις αλλήλους εν ταπεινώσει και ευχαριστία.

Μετ΄ ευχών

Χαραλαμπία Μοναχή

Καθηγουμένη Αγίας Μονής

και αι σύν εμοί εν Χριστώ αδελφαί.