loading...
Ο ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ ΩΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
o-osios-porfyrios-kausokalybiths-ws-martyria-ths-mias-ekklhsias.jpg

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ

ΩΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ*

Αρχιμανδρίτη Βασίλειου Γοντικάκη

Όλος ο κόσμος τον γνώρισε ως ένα δώρο του ουρανού στη γη. Ήλθε και έφυγε, αφήνοντας για πάντα τη βεβαιότητα ότι ο Θεός είναι αγάπη.

Είχε από παιδί μια κλίση για τη μοναχική ζωή. Διάβαζε τον βίο του αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου. Ήθελε να γίνει ερημίτης.

Δωδεκάχρονος τολμά το διάβημα. Εν αγνοία των γονέων του φεύγει για το Άγιον Όρος. Δεν γνωρίζει κανένα, ούτε κάποιος τον περιμένει. Και σαρκώνεται στην ενέργειά του αυτή ο λόγος του Αββά Ισαάκ: «Κάποια δύναμη καλύπτει αυτούς που, από θείο ζήλο κινούμενοι, νηπιωδώς εξέρχονται και αλογίστως αποτάσσονται τα πάντα. Ελπίζοντες δε και πιστεύοντες στον Θεό, περιφρονούν και αγνοούν τους κινδύνους που θα συναντήσουν».

Στο καράβι από Θεσσαλονίκη για Άγιον Όρος συναντά τον Γέροντά του. Και εκείνος τον παίρνει για τη σκήτη των Καυσοκαλυβίων. Ενθουσιάζεται από τη μοναχική ζωή. Ο Γέροντας του δίδει ένα κομποσκοίνι, να λέει την ευχή. Παρακολουθεί τις ακολουθίες στην καλύβη τους. Μετέχει στις αγρυπνίες στο Κυριακό της Σκήτης.

Όλα τον ενθουσιάζουν και τον εκπλήττουν στη μοναχική ζωή. Αλλά, η αστραπή της Χάριτος λάμπει, όταν βλέπει και ακούει τον Γέροντα Δημά να κάνει μετάνοιες.

Συγκλονίζεται ολόκληρος. Του δίδονται χαρίσματα που ποτέ του δεν ζήτησε. Πλουτίζει με νέες αισθήσεις. Ανοίγονται θύρες κεκρυμμένων μυστηρίων. Διακρίνει τι συμβαίνει στα βάθη της ψυχής και του σώματος των ανθρώπων, στα βάθη της γης και της ιστορίας.

Βλέπει τα υπόγεια ρεύματα των νερών και το πέρασμα των ανθρωπίνων γενεών μέσα στον χρόνο. Αυξάνουν οι αισθήσεις και τα ενδιαφέροντά του. Αγαπά και γνωρίζει τη δημιουργία όλη και τα δημιουργήματα. Διακρίνει τις φωνές των πουλιών. Οσφραίνεται από μακρυά την ευωδία των λουλουδιών.

Αισθάνεται την αλλοίωση του Πνεύματος και τη μεταμόρφωση της κτίσεως. Του μιλούν τα βράχια. Του λένε την ιστορία της Σκήτης. Θέλει να χαθεί μέσα στην ανέκφραστη ευφροσύνη του Παραδείσου που τον κέρδισε. Φουντώνει μέσα του η χαρά των αρρήτων μυστηρίων. Βλέπει ότι δεν τελειώνει η αγάπη του Χριστού που αγκαλιάζει την οικουμένη. Αγαπά τον Χριστό. Αγαπά το κάλλος, την τέχνη, την ευαισθησία.

Λέει: Για να γίνεις χριστιανός, πρέπει να γίνεις ποιητής. Χοντρές ψυχές ο Χριστός δεν θέλει. Έχει χορτάσει από ζωή και αγαλλίαση. Δεν έχει ανάγκη από ανθρώπινη προβολή και δόξα. Επιθυμεί την αναχώρηση και την αποκρυβή, για να αναπαυθεί και να δοθεί στην αγάπη του Θεού και των ανθρώπων.

Αγάπησε τον Χριστό και αγαπήθηκε από Αυτόν. Λέει: Όταν έχεις τον Χριστό, έχεις το παν, υγεία και χαρά, που είναι ο ίδιος ο Χριστός. Όταν δεν Τον έχεις, γεμίζεις με όλα τα κακά: ζήλεια, στενοχώρια, ανία. Αρρωσταίνεις ψυχικά και σωματικά.

Εκπλήσσεται από τον Χριστό, όχι από τα χαρίσματα. Ακολουθεί τον Χριστό, όχι τον λογισμό του. Αγαπά πιο πολύ τους ανθρώπους, όχι τον εαυτό του.

Δεν θαυμάζει τους ένδοξους του κόσμου. Συγκινείται από τους άγνωστους, απλούς και περιφρονημένους μοναχούς που δεν έχουν καμμιά ανθρώπινη παρηγοριά και βρίσκονται στην αγκαλιά του Θεού. Συγκλονίζεται από το μικρό αηδόνι που ξελαρυγγίζεται το βράδυ στο δάσος, χωρίς να το ακούει κανείς.

Ξεχειλίζει από την πλημμύρα της ζωής. Δεν αντέχει το εύθραυστο σκεύος της υπάρξεως του να χωρέσει τον ωκεανό των χαρίτων. Ξεπερνά την αντοχή του ο χείμαρρος των δωρεών. Σπαρταρά από σπασμούς δακρύων και κλάματα χαράς.

Μιλά για θείο έρωτα, τρέλα και μέθη, γιατί δεν εκφράζονται αυτά που ζει και τον ξεπερνούν. Δεν θεωρεί τον εαυτό του υπόδειγμα και κέντρο απ’ όπου παρακολουθεί και κρίνει τον κόσμο. Έχει αιχμαλωτισθεί και έχει αλλοιωθεί από τον θείο έρωτα. Ομολογεί: «Πρέπει να φύγω, να χαθώ, να μην υπάρχω», για να φανεί Αυτός που δεν φεύγει, δεν χάνεται και υπάρχει ως ζωή και σωτηρία των πάντων.

Είναι θαυμαστό ένα παιδί να δέχεται τόσα χαρίσματα και να μην παίρνει αέρα το μυαλό του. Είναι εξίσου θαυμάσιο ένας απλός και αγράμματος να εκφράζεται με την τολμηρή ορολογία των μεγάλων Αγίων και νηπτικών θεολόγων.

Ο ίδιος αναφέρει: Τους μεγάλους Πατέρες δεν τους έχω μελετήσει. Τους ξέρω όμως, τους ευλογημένους, όλους. Λέει: Ο Θεός είναι μυστήριο, είναι σιωπή, είναι άπειρος. Και ο Γέρων Πορφύριος μας αναπαύει και μας κρίνει με τη θεοφόρα παρουσία του. Αγαπά τον Θεό και τη ζωή. Ακούει τους λόγους των όντων και τη σιωπή του Λόγου.

Είναι αληθινά αυτά που ζει και λέει. Γιατί δεν τον οδηγούν στην έπαρση, αλλά στην ταπείνωση. Δεν τον χωρίζουν από τους ανθρώπους, αλλά τον ενώνουν με τη Θεία Χάρι, που αναπαύει όλο τον κόσμο.

«Η ταπείνωση είναι του Θεού, είναι κάτι το οργανικό. Κι όταν λείπει, είναι σα να λείπει από τον οργανισμό η καρδιά. Ο εγωϊσμός είναι κάτι το αφύσικο, είναι αρρώστια. Είναι σκέτη κουταμάρα».

Κινείται με μια θαυμαστή άνεση. Είναι ελεύθερος από φόβους και κοσμικές επιθυμίες. Όλα γίνονται προσευχή και παρακατάθεση Χριστώ τω Θεώ. Αναφέρει: «Στη ζωή μου την πρώτη θέση έχει η προσευχή. Δεν φοβούμαι την κόλαση και δεν σκέφτομαι τον Παράδεισο. Ζητώ μόνο από τον Θεό να ελεήσει όλο τον κόσμο και μετά εμένα».

Δεν διατυπώνει μια άποψη που σχημάτισε με τη σκέψη του ή μια γνώμη που κάπου άκουσε ή διάβασε. Εκπέμπει την ευωδία του Παραδείσου που ζει. Δεν διαπληκτίζεται με κανένα. Γαληνεύει τις ψυχές όλων. Φανερώνει την υπόσταση των ελπιζομένων και τη μεταμόρφωση των παρερχομένων.

Μιλά για όλα τα θέματα με τον δικό του θεϊκά παιδικό και ανεπανάληπτο τρόπο. Δεν μιλά για τεχνική και συστήματα νοεράς προσευχής, αλλά για εμπιστοσύνη στην αγάπη του Χριστού που χαρίζει τα πάντα.

Δεν σχολιάζει τη σύγχυση που βρίσκει στον κόσμο, αλλά φανερώνει την αγάπη του Χριστού που λύνει τα προβλήματα. Δεν χαρίζεται σε κανένα ψεύτικο πράγμα: κρίνει τις παρεκτροπές, χωρίς να πληγώνει κανένα. Αφαιρεί τα καρκινώματα «ἀναιμάκτως». Όλα τα κάνει με την ίδια απλότητα, απαλότητα και απολυτότητα, τα κάνει ο Χριστός.

Δεν χαίρεται επειδή δέχτηκε χαρίσματα που τον βάζουν επάνω από τους άλλους. Συστέλλεται από δέος, γιατί γνώρισε τον αστείρευτο ποταμό του Θείου ελέους που αρδεύει την οικουμένη.

Δεν θέλει να πάει να διδάξει τους ανθρώπους, αλλά να χαθεί στον θείο έρωτά του. Και η ειρήνη της ψυχής του διαχέεται, ως ενέργεια ζωής και κουράγιου, σε όλο τον κόσμο.

Αν ήταν ψεύτικα τα χαρίσματα, θα είχε άλλη συμπεριφορά. Θα ήταν ταραγμένος και θα έσπευδε να τα κοινοποιήσει, για να τους δώσει υπόσταση και να δοξασθεί. Θα προκαλούσε στον κόσμο αληθινή ταραχή εν ονόματι του φανταστικού παραδείσου που αντιπροσώπευε.

Το ψεύτικο χάρισμα προβάλλεται και προκαλεί ταραχή. Το αληθινό, κρυπτόμενο, φανερούται ως ευλογία για όλους. Όταν έχεις τη Χάρη, μεταφέρεις την ηρεμία μέσα στην ταραχή και το φως μέσα στο σκοτάδι.

Ο ίδιος θέλει να χαθεί στην ησυχία της ερήμου, όπου βρίσκει την κοινωνία των Αγίων. Ο Θεός τον στέλνει στην καρδιά της φασαρίας. Μένει στην Ομόνοια των Αθηνών τριάντα τρία χρόνια (1940-1973). Τα ζει σαν μια μέρα. Δεν φεύγει από την καρδιά της ερήμου. Έχει μέσα του τον Χριστό.

Βλέπει τις αδυναμίες και τα προβλήματα των ανθρώπων. Δεν ταράσσεται. Χαμογελά ως παιδί της Βασιλείας που ξέρει να ζει τη λύση. Δεν τους επιπλήττει για τις αδυναμίες τους. Τους μαλακώνει τον πόνο με την αγάπη του. Προσφέρει αθόρυβα τη Χάρη που έχει.

Πηγαίνει στην άκρη, χάνεται, για να γνωρίσουν όλοι την αγάπη του Χριστού. Αυτός μένει πάντοτε στην ησυχία της ερήμου. Από εκεί βλέπει τα πάντα καθαρά και συμπαραστέκεται σε όλους.

Επισκέπτεται αυτούς που δεν τον περιμένουν. Μιλά μ’ αυτούς που τον αγνοούν, ενώ αυτός ξέρει τους πόνους και τα προβλήματά τους. Τους ελευθερώνει από τις προσωπικές δυσκολίες και τα μπλεξίματα. Το πέρασμά του ήταν μια θεοφάνεια που παραμένει ζωντανή.

Έλεγε: Όταν θα φύγω, θα είμαι πιο πολύ κοντά σας. Και μας έπειθε, γιατί πάντοτε έδινε μια παρηγοριά που δεν ήταν εκ του κόσμου τούτου.

Ο Θεός άκουσε τη δέησή του και εκοιμήθη στην καλύβη όπου εκάρη μοναχός. Έγινε η κηδεία του με τους πατέρες της σκήτης. Τα οστά του χάθηκαν, κατά την παραγγελία του, στο δάσος της Κερασιάς. Έφυγε, χάθηκε. Και αληθινά παρουσιάστηκε.

Μας άφησε τον Χριστό που είναι το παν. Μας άφησε όλη τη δημιουργία, όπως την είδε και την αγάπησε μέσα στη Θεία Χάρι.

Η απουσία του μένει ως παρουσία θεϊκής στοργής. Και το βιβλίο του – Βίος και Λόγοι – είναι μια άγια μυροθήκη. Το ανοίγεις και σου ανοίγει την καρδιά. Σου αλλάζει τη διάθεση της ψυχής και τον τρόπο της ζωής διά του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, εις τον οποίο πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνηση.

*Πηγή: Απόστολος Βαρνάβας, Επίσημο περιοδικό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, περίοδος Τέταρτη Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου 2020 του ογδοηκοστού πρώτου τόμου, σελ. 688-693, ελαφρώς διασκευασμένο.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ ΩΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ