loading...
Μοναχός Παΐσιος Διονυσιάτης
monaxos-paisios-dionysiaths.jpg

ΜΟΝΑΧΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ (1932 -2016)

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ

ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Ο πατήρ Παΐσιος – κατά κόσμον Παναγιώτης Χρυσοστόμου – γεννήθηκε την 1η Νοεμβρίου 1932 στο χωριό Πεντάγια της επαρχίας Μόρφου, στα κατεχόμενα σήμερα της Κύπρου, μεταξύ Κυρηνείας και Μόρφου. Εκεί υπήρχε και μεγάλο Μετόχι της Μονής του Κύκκου με Οικονόμο, και πολλοί από τους κατοίκους του χωριού εργάζονταν στα κτήματα του Μετοχίου.

Μετά την στοιχειώδη εκπαίδευση φοίτησε στην ιδιωτική Εμπορική Σχολή Μιτσή, επιπέδου Λυκείου, στο χωριό Λεμύθου, που βρίσκεται στην οροσειρά του Τροόδους, και στην συνέχεια στην Εμπορική Σχολή Λευκωσίας. Ακολούθως, έφυγε στην Αγγλία. Ίσως και εκεί να φοίτησε σε κάποια λογιστική σχολή, διότι έκτοτε εργάσθηκε με μεγάλη επιτυχία σε διάφορες επιχειρήσεις. Μετέβη για τον ίδιο λόγο, δηλαδή για εμπορικές επιχειρήσεις, και στην Γκάνα της Αφρικής, όπου ασχολήθηκε αρκετά χρόνια με το εμπόριο της ξυλείας. Εκεί ευρισκόμενος ασθένησε σοβαρά στο στομάχι και εγχειρίσθηκε δύο φορές, αλλά και κινδύνευσε η ζωή του αρκετές φορές από φθονερούς ανθρώπους. Ειδοποιημένος, όμως, από τους ιθαγενείς, με τους οποίους είχε πολύ καλές σχέσεις, απέφευγε τον κίνδυνο.

Από την Αφρική βρέθηκε στην Αγγλία, όπου μπήκε στην υπηρεσία του εφοπλιστή Νιάρχου. Έφθασε να εργάζεται εκεί ως υπεύθυνος του λογιστηρίου του. Νυμφεύθηκε σε ηλικία 32 ετών και απέκτησε δύο παιδιά δίδυμα. Δυστυχώς, σύντομα έλαβε τέλος ο γάμος του, ενώ τα παιδιά του ήσαν ακόμη τριών ετών. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο άγγλος δικαστής έδωσε την επιμέλεια των παιδιών στον πατέρα, πράγμα πολύ σπάνιο.

Το μεγάλο κατόρθωμα του πατρός Παϊσίου ήταν ότι άφησε τα παιδιά του σε ηλικία μόλις τριών ετών και ήλθε στο Άγιον Όρος. Τα άφησε κάνοντας αδιάκριτη υπακοή στον Άγιο Σωφρόνιο, ο οποίος του είπε: «Μην ανησυχείς. Τα παιδιά σου θα τα αφήσουμε στην Παναγία». Έβαλε τα παιδιά του σε ένα Ορφανοτροφείο και έφυγε. Τα άφησε όλα, και παιδιά και περιουσίες και πολυτέλειες, πραγματοποιώντας με ακρίβεια τον λόγο του Ευαγγελίου: «πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὴς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει». Μόνο στα Συναξάρια τα διαβάζουμε αυτά.

Το ίδρυμα στο οποίο άφησε τα παιδιά του ήταν από τα καλύτερα. Εκεί τα πρόσεχαν πολύ. Πήγαιναν και οι συγγενείς του, ένας αδελφός και δύο αδελφές, άνθρωποι πολύ προκομμένοι και ενάρετοι, και τα έβλεπαν συχνά. Τα παιδιά, βέβαια, χωρίς τους γονείς των συνήθως γίνονται προβληματικά. Παρά ταύτα, εδώ πραγματοποιήθηκε ο λόγος του Αγίου Σωφρονίου, ότι «τα παιδιά θα τα αναλάβει η Παναγία», γι’ αυτό και αυτά υπό την προστασία της Κυρίας Θεοτόκου έγιναν άνθρωποι προκομμένοι και πολύ χαριτωμένοι.

Μετά το θλιβερό γεγονός της διαλύσεως της οικογενείας του, έστρεψε όλο τον πόθο του στον Χριστό και τη μοναχική πολιτεία. Είχε πάντοτε κλίση προς τον μοναχισμό ο πατήρ Παΐσιος. Όμως, μετά τον χωρισμό του γνώρισε καθαρά το θέλημα του Θεού. Στον ναό που εκκλησιαζόταν στην Αγγλία, έρχονταν κάποιοι πλανόδιοι πωλητές και πουλούσαν βίους Αγίων σε πολύ πρόχειρες εκδόσεις. Είχε τόσο ζήλο, που τους αγόραζε όλους και ρουφούσε με πολύ πόθο το περιεχόμενό τους. Έτσι ξεκίνησε την πνευματική του πορεία.

Νωρίτερα – σε περίοδο αγνοίας – είχε ασχοληθεί με τις ανατολικές θρησκείες. Εκπλησσόμενος από τα υπερφυσικά κατορθώματα των διαφόρων γκουρού, ήθελε να τους μιμηθεί και να δυναμώσει τον νου του με την αυτοσυγκέντρωση τύπου γιόγκα. Και επειδή ήταν άνθρωπος της μελέτης, αφιέρωνε πολλές ώρες στη μελέτη των βιβλίων τους με τις πλανεμένες θεωρίες τους. Αυτά συνέβαιναν μέχρι την στιγμή που η αγάπη του Θεού, βλέποντας την αγαθή προαίρεσή του, οδήγησε τα βήματά του στον άγιο Γέροντα της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου του Έσσεξ, τον Άγιο Σωφρόνιο. Σ’ αυτόν εξομολογήθηκε για πρώτη φορά. Μεταξύ άλλων τού ανέφερε και για τις ενασχολήσεις του με τους ανατολικούς μυστικισμούς, όπως και για την εκ μέρους του ιδιόχειρη συγγραφή σχετικών βιβλίων. Όταν το άκουσε αυτό ο Άγιος Σωφρόνιος, τού είπε: «Τώρα, αυτή την στιγμή φέρε εδώ όλα αυτά τα βιβλία να τα βάλουμε στο τζάκι. Και ποτέ πια μη ξανασχοληθείς μ’ αυτά, γιατί θα τρελλαθείς». Αμέσως έκαψε όλα εκείνα τα χειρόγραφα, που με πολύ κόπο είχε συγγράψει υπό την καθοδήγηση του πονηρού δαίμονος, και έμεινε στην υπακοή του Αγίου Σωφρονίου. Σ’ αυτόν προσέτρεχε πολύ συχνά, όποτε εύρισκε την ευκαιρία. Αλλά και μετά την έλευσή του στη Μονή μας συνέχισε την αλληλογραφία μαζί του. Δυστυχώς τα πολύτιμα αυτά γράμματα έχουν χαθεί σήμερα, άγνωστο πώς.

Ο Άγιος Σωφρόνιος ήταν για τον πατέρα Παΐσιο το στήριγμά του το μεγάλο και αυτός τόν βοήθησε κατά τα πρώτα χρόνια της προσαρμογής του στο μοναστήρι. Μετά τον Θεό είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον πνευματικό του πατέρα και αυτό το έδειξε πολλές φορές στην ζωή του, εμπιστευόμενος ανεπιφύλακτα τον εαυτό του στην αρχή στον Άγιο Σωφρόνιο και στη συνέχεια στον εκάστοτε Γέροντά του στο Μοναστήρι. Ο Άγιος Σωφρόνιος ακόμη τον συμβούλευσε: «Όταν φθάσεις στο Όρος, να μείνεις σε Κοινόβιο, όχι σε Ιδιόρρυθμο ή σε ζηλωτές».

Ο πατήρ Παΐσιος ήλθε στη Μονή μας, που ήταν πολύ αυστηρό Κοινόβιο, σε ηλικία 35 ετών, στις 16 Σεπτεμβρίου του 1967. Έκανε αυτή τη μοναχική αποταγή με τις ευχές του Αγίου Σωφρονίου. Οι συνθήκες ζωής τότε στο Μοναστήρι ήσαν πάρα πολύ δύσκολες. Αυτός που ζούσε στην Αγγλία με όλες τις ανέσεις, ήλθε σε έναν τόπο απαράκλητο, με έλλειψη ακόμη και των απαραιτήτων, με ατελείωτες νηστείες και αγρυπνίες και σε περίοδο με μεγάλη λειψανδρία.

Ήταν άνθρωπος της σιωπής. Ποτέ δεν αργολογούσε τόσο όταν ήταν υγιής όσο και όταν διακονούσε στην Τράπεζα, ένα διακόνημα στο οποίο είναι εύκολο να γίνονται συντυχίες και αργολογίες. Αυτός πάντοτε με την πνευματικότητά του διέλυε κάθε αργολογία χωρίς παρατηρήσεις, μόνο με την παρουσία του και την προκοπή του. Διακονούσε σιωπηλά και προσευχόμενος. Πάντοτε έκανε τα διακονήματά του τέλεια. Από αυτόν έμαθα και εγώ πολλά πράγματα για το πώς γίνεται σωστά η διακονία, όχι σαν αγγαρεία αλλ’ ως κατενώπιον του Θεού.

Εκτός από τον κόπο των διακονημάτων είχε και τον αδυσώπητο δαιμονικό πόλεμο. Μάλιστα, κάποια στιγμή στην αρχή, πολύ στενοχωρημένος από κάποια γεγονότα στη Μονή, μάζεψε τα πράγματά του και ξεκίνησε για το άγνωστο. Όμως – καθώς μου διηγήθηκε – μόλις περπάτησε λίγο, είδε εν οράματι τον Τίμιο Πρόδρομο, ο οποίος τον μάλωσε λέγοντάς του: «Τι είναι αυτό που πάς να κάνεις; Γύρνα πίσω στο μοναστήρι σου! Βάλε μετάνοια στον Γέροντά σου και ζήτα του συγχώρηση!». Αυτό το θαυμαστό γεγονός τόν έκανε να επιστρέψει αμέσως πίσω. Έκτοτε δεν ξαναείχε παρόμοια ενόχληση.

Είχε πολλά χαρίσματα, αλλά τα έκρυβε επιμελώς, επιδιώκοντας συνεχώς την αφάνεια. Εγώ δεν είδα το προφητικό χάρισμα άπλετο. Δεν μιλούσε χωρίς λόγο. Όταν, όμως, χρειαζόταν, έδινε πάντοτε την πνευματική λύση, που έδειχνε ότι τον φώτιζε ο Θεός.

Ο Θεός με αξίωσε να έχω Γέροντα τον μακαριστό πατέρα Χαράλαμπο, έναν άγιο Γέροντα που τόν χαρακτήριζε η μακαρία απλότης, η ταπείνωσις, η ακακία, η ελεημοσύνη, η πατρική στοργή του για όλους, η αγάπη στην προσευχή. Πριν γνωρίσω τον Γέροντά μου, από λαϊκός συνδεόμουν πολύ στενά με τον άγιο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη, μέχρι την οσιακή του κοίμηση, και πριν γίνω ηγούμενος, αλλά και μετά. Ο Θεός, μάλιστα, με αξίωσε να τον διακονήσω στα τελευταία του. Ήταν κάτι συγκλονιστικό για μένα να έχω αυτή την σχέση με τον Άγιο. Ευγνωμονώ και δοξάζω τον Θεό γι’ αυτό. Ενώ αναπαυόμουν πλήρως στον Γέροντά μου, όταν βρισκόμουν στην Αθήνα για κάποια διακονία, πάντοτε με την ευλογία του Γέροντός μου επισκεπτόμουν τον Άγιο Πορφύριο. Ο Άγιος με δεχόταν πάντοτε και με στήριζε, και μάλιστα κατά τα πρώτα χρόνια της ηγουμενίας μου. Μετά την κοίμηση του Αγίου Πορφυρίου, εκτός από τον μακαριστό Γέροντα Χαράλαμπο, που με την ευχή και την σεπτή παρουσία του ήταν το μεγάλο στήριγμά μου μέχρι την οσιακή κοίμησή του, πολύ μέ εστήριξε και συνέδραμε ανυπολόγιστα ο πατήρ Παΐσιος. Για μένα η παρουσία του ήταν μία μεγάλη ευλογία. Μέ παρηγορούσε με αυτή την σύνεση και θεϊκή φώτιση που είχε. Γι’ αυτό και εγώ πάντοτε στις δυσκολίες τόν συμβουλευόμουν.

Εκεί που πρέπει να εστιάσουμε είναι ότι ο πατήρ Παΐσιος επεδίωκε πάντοτε την αφάνεια. Αυτό το γνώρισα και στον Άγιο Πορφύριο. Παρ’ ότι ήταν τόσο μεγάλος Άγιος και δεν μπορούσε να κρυφτεί, παρ’ όλα ταύτα όλη του η αναστροφή και όλη του η συμπεριφορά ήταν πώς θα εξαφανιστεί, πώς «να μην υπάρχω», όπως έλεγε. «Δεν είμαι καλός, είμαι αμαρτωλός, δεν είμαι άγιος», έλεγε. Αυτά τα άκουσα από το στόμα του. Και ο πατήρ Παΐσιος, που δεν είχε, ίσως, αυτό το μέγεθος, αυτήν την αρχή είχε το «λάθε βιώσας». Και έμαθε και σ’ εμάς αυτό το πράγμα, που ταιριάζει και με το ύφος αυτής της Μονής, της οποίας προστάτης είναι ο Τίμιος Πρόδρομος. Προέτρεπα τους νέους μοναχούς να πηγαίνουν στον πατέρα Παΐσιο και να τόν συμβουλεύονται, γιατί μόνον ωφέλεια θα μπορούσε να αποκομίσει κανείς από αυτόν. Διόρθωνε τον λογισμό των Πατέρων, όταν είχαν διαφόρους λογισμούς, και μάλιστα εναντίον του Γέροντα. Γενικά, βοηθούσε όλους στην πνευματική τους ζωή.

Θυμάμαι μία φορά, τότε που ήμουν διακονητής πλησίον του Γέροντος Χαραλάμπους, που με άκουσε να μιλώ με κάποια παρρησία στον Γέροντα. Με παίρνει ιδιαιτέρως και μου λέγει: «Δεν μιλάνε με τέτοια παρρησία στον Γέροντα. Μπορεί ο Γέροντας να μη κατάλαβε, αλλά δεν είναι σωστό αυτό το πράγμα». Έτσι, όμως, αντιμετώπιζε και τον κάθε άνθρωπο. Με ευγένεια, σεβασμό και απέραντη εκτίμηση στο πρόσωπό του. Όσοι τόν συμβουλεύονταν, ξεπερνούσαν το πρόβλημά τους. Αυτό το ήξερα πολύ καλά, διότι έβλεπα την ωφέλεια που ελάμβαναν αυτοί, που, επηρεασμένοι από κάποια δαιμονική ενέργεια, πήγαιναν κοντά του.

Είχε πολλά φυσικά προσόντα, αλλά έστρεψε όλη του την ψυχή στα πνευματικά. Είχε πολύ μεγάλη αφοσίωση στον Γέροντά του, τον Άγιο Σωφρόνιο, που τού είχε πει να εμπιστευθεί τα παιδιά του στην Παναγία. Γι’ αυτό και έκανε άκρα υπακοή. Επώδυνη υπακοή.

Την ίδια εμπιστοσύνη, αυταπάρνηση και υπακοή έδειξε και στον Γέροντα Γαβριήλ, που τόν έκανε μοναχό. Πάντοτε ήθελε να έχει άμεση αναφορά στον Γέροντα. Επειδή ήταν άνθρωπος υπεύθυνος και με φιλότιμο, τού είχαν αναθέσει πέντε διακονήματα. Αν και, κατά την συνήθεια που επικρατούσε τότε, ο πατήρ Γαβριήλ συνήθως δεν εξομολογούσε τους μοναχούς – έφερναν πνευματικούς από τις σκήτες, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Γέροντας Χαράλαμπος κατά την περίοδο της εγκαταβιώσεώς του στη Νέα Σκήτη – αυτός συχνά του εξωμολογείτο: «Γέροντα, δεν προλαβαίνω να βάλω πρόγραμμα στην ζωή μου. Παραμελώ τα πνευματικά μου καθήκοντα, τον κανόνα μου και την μελέτη των πνευματικών βιβλίων». Και ο πατήρ Γαβριήλ τού απαντούσε: «Δεν πειράζει. Άφησε τα επάνω μου. Μη στενοχωρείσαι. Εσύ δεν έχεις ευθύνη». Όμως αυτός δεν αναπαυόταν να μη εκτελεί τα πνευματικά του καθήκοντα. «Αυτά που κάνεις εσύ, δεν μπορούν να τα κάνουν οι άλλοι», του έλεγε ο πατήρ Γαβριήλ.

Την ίδια σχέση είχε με όλους τους Ηγουμένους του. Και εγώ, όταν ανακάλυψα αυτόν τον θησαυρό, επεδίωκα την συνάντηση μαζί του. Συζητούσαμε διάφορα θέματα και ωφελούμουν πάρα πολύ. Έφευγε από την εξομολόγηση  και εγώ ήμουν αλλοιωμένος, δεν μπορούσα να τον συγκρίνω με άλλους μοναχούς. Ήταν κάτι το σπάνιο. Πάντοτε ήθελε να εξομολογείται. Ο πατήρ Παΐσιος είχε πολλά πνευματικά χαρίσματα, αλλά ήταν κρυφά. Κάποια φορά τόν ρώτησα: «γιατί πάτερ Παΐσιε λένε ότι έχεις χαρίσματα;». Αυτός τότε απήντησε: «Δεν έχω κανένα χάρισμα από αυτά που λένε. Εμένα ένα χάρισμα μου έδωσε ο Θεός. Το ότι πέρασα από τέσσερεις ηγουμένους, αλλά και τους τέσσερεις τους έβλεπα ως Θεό». Αυτοί ήταν ο Γέροντάς του, ο πατήρ Γαβριήλ, ο πατήρ Εφραίμ, ο πατήρ Χαράλαμπος και εγώ.

Πραγματικά, αυτό είναι χάρισμα, το να αγαπά κανείς τον προεστώτα του. Γιατί από εκεί πηγάζουν όλα τα καλά. Αλλιώς υπάρχει δυστυχία, ιδιορρυθμία, θέλημα, και ζει ο μοναχός στο μοναστήρι του χωρίς ανάπαυση, κάτι που φαίνεται και στο περπάτημά και στη συμπεριφορά και στην ομιλία του. Ενώ ο αληθής μοναχός, όπως ήταν ο πατήρ Παΐσιος, μένει στο μοναστήρι του θυσιάζοντας τα θελήματά του και κάνοντας υπακοή, την «χαρούμενη υπακοή», όπως έλεγε ο άγιος Πορφύριος ο νέος. Αυτή η υπακοή με χαρά σε ανταμείβει, αυτή σε κάνει να ζεις σε άλλους κόσμους, πνευματικούς.

Η τελευταία του στενοχώρια ήταν ότι δεν μπορούσε να κάνει σωστά τα καθήκοντά του. «Τι καθήκοντα να κάνεις με τον ορό στο χέρι», του έλεγα, «εσύ δεν μπορείς να περπατήσεις, μετάνοιες θα κάνεις;». Και πράγματι, τόν κρατούσαμε, για να μη πέσει. Έλεγε: «Καταλαβαίνω ότι ο Θεός με συγχωράει, αλλά εγώ θέλω να τα πω. Αισθάνομαι πιο καλά, όταν τα λέω». Ήταν πολύ βιαστής και ακριβής μοναχός. Ποτέ δεν έχασε την ακολουθία του. Πάντοτε πρώτος στην Εκκλησία μέχρι τελευταία στα γεράματα. Και στεκόταν πολλές ώρες όρθιος στο στασίδι του. Μάλιστα, τελευταία δύο-τρεις φορές σωριάστηκε κάτω από την εξάντληση και τις ασθένειές του, αλλά δεν εννοούσε να αφήσει την ακολουθία και την βία στον εαυτό του. Έτσι παρακινούσε και εμάς σε ανάλογη φιλοτιμία. Κάποια στιγμή από την πολλή εξάντληση ερχόταν να ζητήσει ευλογία, για να φύγει από την Εκκλησία. Όμως, δεν έπαιρνε την πρωτοβουλία να φύγει μόνος του. Έπρεπε να πάρει ευλογία. Μού έλεγε: «Δεν μπορώ». Έστελνα έναν αδελφό μαζί του λέγοντάς του να τόν συνοδεύσει μέχρι το κελλί του και να τόν βάλει να ξαπλώσει. Αυτός, όμως, αντί να ξαπλώσει, καθόταν στην καρέκλα. Δεν άφηνε ούτε εκεί τη βία, έχοντας τον νου του στον λόγο του Κυρίου: «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν».

Μελετούσε πολύ τα πατερικά βιβλία και τα αποδελτίωνε. Μάλιστα, είχε κάνει και μία πολύ ωραία εργασία για τον αββά Ισαάκ τον Σύρο. Αυτός ο Άγιος ήταν το «γλυκύ μελέτημα της καρδίας του».

Υπηρέτησε σε πολλά και βαρειά διακονήματα της Μονής, στην Εκκλησία, στην Τράπεζα, στο Αρχονταρίκι, στο Αντιπροσωπείο της Μονής στις Καρυές, στον Μονοξυλίτη.

Ο π. Παΐσιος πρωτοστάτησε στην επάνδρωση της Μονής μας από τη συνοδεία του πατρός Χαραλάμπους, που προηγουμένως βρισκόταν στο Μπουραζέρι, το Χιλανδαρηνό αυτό κελλί, που είναι στις Καρυές. Όταν διακονούσε στο Αντιπροσωπείο, συνήθιζε να πηγαίνει στο Μπουραζέρι, όπου ετελείτο καθημερινά η Θεία Λειτουργία και γίνονταν συχνά αγρυπνίες. Έτσι συνδέθηκε με τον πατέρα Χαράλαμπο, στον οποίο και εξωμολογείτο. Κάποτε μού διηγήθηκε το εξής: «Μια φορά, επιστρέφοντας στο Κονάκι από την αγρυπνία στο Μπουραζέρι, βρήκα το φως της λάμπας πετρελαίου αναμμένο και τον Γερο-Θεόκλητο σκυμμένο επάνω στα χαρτιά. Μόλις με αντιλήφθηκε, με φώναξε: «Έλα εδώ Πασιε. Μέ βλέπεις εμένα ακόμα σκυμμένο πάνω στα χαρτιά. Τι κατάλαβα από αυτό; Ενώ εσύ πήγες στην αγρυπνία και μετάλαβες Σώμα και Αίμα Χριστού· συγκρίνεται αυτό που κάνω εγώ με αυτό που κάνεις εσύ;».

Όταν διακονούσε στον Μονοξυλίτη, είχε συνδεθεί με τον αγιώτατο Προηγούμενο της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου, τον πατέρα Ανδρέα, που είχε αξιωθεί να δει και να συνομιλήσει εν εγρηγόρσει με την Παναγία. Τότε εξωμολογείτο σε αυτόν.

Είναι άξιο προσοχής το ότι σε όλη του την ζωή επεδίωκε την σύνδεση με πρόσωπα μεγάλης αρετής και αγιότητος. Δέκα έτη μετά την εγκαταβίωσή του στην Μονή μας, δηλαδή το 1977, επέστρεψε στην Αγγλία, όταν παραιτήθηκε ο Γέροντας Γαβριήλ και ανέλαβε ηγούμενος ο πατήρ Εφραίμ. Πήγε για λόγους υγείας, αλλά και επειδή ήθελε πολύ να δει τα παιδιά του, που ήσαν τότε 13 ετών. Όταν έφθασε στο Λονδίνο – που δεν ήταν πράγμα εύκολο με τα μέσα της εποχής εκείνης – επικοινώνησε με τον Άγιο Σωφρόνιο, ο οποίος τού είπε: «όχι, δεν θα δεις τα παιδιά σου. Είπαμε τα έχουμε εμπιστευθεί στην Παναγία. Εγώ σου λέω μη ανησυχείς, τα παιδιά σου είναι καλά». Και αυτός: «Νά ’ναι ευλογημένο». Τελεία ξενιτεία και εμπιστοσύνη στην Παναγία και στον Γέροντά του.

Δεύτερη φορά πήγε στην Αγγλία το 1991, όταν ήμουν ήδη ηγούμενος. Είχε περάσει από εδώ ο πατήρ Ζαχαρίας από το ΄Εσσεξ, που ήταν φίλος με τον πατέρα Παΐσιο, για να τον δει. Με είδε στενοχωρημένο από τις δυσκολίες που ως νέος ηγούμενος αντιμετώπιζα στη Μονή μας και μέ ρώτησε: «Γιατί είσαι έτσι στενοχωρημένος; Να έλθεις να γνωρίσεις τον Γέροντα. Θα σε παρηγορήσει πολύ. Μη φοβάσαι τίποτα». Εγώ δεν τού έδωσα σημασία. Το λέω μετά στον πατέρα Παΐσιο. «Να πας να δεις τον Γέροντα. Θα ευχαριστηθείς πολύ. Και άμα πας, πάρε με και μένα», μου λέει. Του απαντώ: «Άμα έλθεις εσύ, θα πάω και εγώ». Και πράγματι, αξιωθήκαμε να πάρουμε την ευχή του Αγίου Σωφρονίου, λίγο πριν κοιμηθεί. Όταν φθάσαμε στο Λονδίνο, ο πατήρ Ζαχαρίας μάς λέει: «Φαίνεται ότι ήλθατε να κηδέψετε τον Γέροντα, γιατί και αυτός Αγιορείτης ήταν. Είναι σε κώμα ο Γέροντας. Εδώ και τρεις μέρες δεν ανοίγει τα μάτια του και τόν περιμένουμε να πεθάνει. Μη έλθετε τώρα. Θα σας ειδοποιήσουμε». Τού λέω: «Δεν έχουμε καιρό. Πρέπει να γυρίσουμε πίσω. Δεν μπορούμε να περιμένουμε». «Καλά, μείνετε καμία ημέρα», μάς λέει. Τη δεύτερη μέρα μάς τηλεφωνεί: «Ο Γέροντας άνοιξε τα μάτια του και σάς περιμένει». Το πρώτο που είπε, μόλις συνήλθε ο Άγιος, ήταν: «Πού είναι ο πατήρ Πασιος;». Τον περίμενε. Πήγαμε και είδαμε τον Άγιο. Τότε διεπίστωσα το μεγαλείο αυτού του ανθρώπου: Ότι ήταν ένας θεοφόρος θεολόγος, ένας χείμαρρος αγιοπνευματικός! Δεν μπορούσες να συγκρατήσεις τον πλούτο της θεολογίας του! Φυσικά, μόλις είδε τον πατέρα Παΐσιο, χάρηκε πολύ. Μάς κράτησε κοντά του πολλή ώρα. Βρήκα και εγώ ευκαιρία να τόν ρωτήσω: «Γέροντα, έχω πολλά προβλήματα και θέλω να τα παρατήσω, γιατί δεν περνάω καλά. Ως υποτακτικός ήμουν καλά. Ως ηγούμενος δυσκολεύομαι». Και αυτός μού απαντά: «Κοίταξε, ο εσταυρωμένος δεν κατεβαίνει από τον σταυρό του μόνος του άλλοι τον κατεβάζουν». Τι να πείς γι’ αυτόν τον άνθρωπο! Ήταν πλούτος! Μείναμε με ανοιχτό το στόμα και παρακολουθούσαμε τον Άγιο όση ώρα μάς μιλούσε.

Αυτήν την φορά ο πατήρ Παΐσιος συναντήθηκε με τα παιδιά του. Όμως, πρώτη φορά είχε συναντηθεί μαζί τους λίγο νωρίτερα. Είχαν έλθει στο Άγιον Όρος λίγο καιρό πριν γίνω ηγούμενος. Τότε είχαν κάποια ψυχρότητα προς τον πατέρα τους, γιατί κάποιοι τα είχαν δηλητηριάσει με τα λόγια τους, ότι τα εγκατέλειψε ενώ ήσαν πολύ μικρά. Ήσαν πολύ χαριτωμένα παιδιά, αν και μεγάλωσαν στο Ορφανοτροφείο χωρίς γονείς. Τα σκέπαζε η Χάρις της Παναγίας με τις ευχές του Αγίου Σωφρονίου και του ταπεινού πατέρα τους. Έλεγε ένας θείος τους: «Εμείς ήμασταν πάνω από τα παιδιά μας και τα χάσαμε. Ενώ αυτά, τόσο προκομμένα παιδιά πώς έγιναν;».

Η Παναγία τα κανόνισε και βρέθηκαν τα παιδιά του κοντά του, χωρίς να το γνωρίζουν, την ημέρα της κοιμήσεώς του. Θείᾳ εὐδοκίᾳ βρέθηκαν εδώ. Μάλιστα, είχαν έλθει με τα μαύρα. Ήξεραν βέβαια ότι είχε προβλήματα με την υγεία του, αλλά δεν περίμεναν ότι θα πεθάνει, όπως ούτε και εμείς. Είχαμε, τότε, την αγρυπνία του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, στις 26 Σεπτεμβρίου το 2016. Μετά τη λειτουργία της εορτής και πριν από τον εσπερινό άφησε την τελευταία του πνοή μπροστά στα παιδιά του, που αξιώθηκαν να του κλείσουν τα μάτια. Έμειναν τρεις ημέρες μαζί μας. Κατά τη νεκρώσιμη ακολουθία ήσαν συγκλονισμένα. Όταν τούς αποχαιρετούσα, τούς είπα: «Ξέρετε ότι ο πατέρας σας ήταν ένας άγιος άνθρωπος; Το καταλαβαίνετε;Ναι, το καταλάβαμε.Αργήσατε, αλλά δεν πειράζει. Αυτό είναι η κληρονομιά σας. Κληρονομήσατε την αγιότητα του πατέρα σας. Άλλοι αφήνουν περιουσία στα παιδιά τους, χρήματα και σπίτια. Εσείς δεν τα χρειάζεστε αυτά. Ο πατέρας σας σάς άφησε αγιότητα. Κοιτάξτε να τήν αξιοποιήσετε σωστά, γιατί και αυτή μπορεί να σκορπίσει, όπως ο υλικός πλούτος, αν δεν κάνετε εργασία πνευματική μέσα σας. Αυτή, όμως, είναι πνευματικός πλούτος».

Ο πατήρ Παΐσιος ήταν τύπος και υπογραμμός μοναχού. Σαν αυτούς που διαβάζουμε στα συναξάρια και λέμε «δεν γίνονται αυτά σήμερα». Όμως, βλέποντας ανθρώπους σαν τον πατέρα Παΐσιο ότι «γίνονται και παραγίνονται». Είχε βαθειά εσωτερική ζωή, που ακτινοβολούσε με την πραότητα και την ταπείνωσή του. Πολλοί πατέρες και προσκυνηταί μού απεκάλυψαν ότι πάνω στη συζήτηση μαζί του τούς είχε πει κάποια πράγματα προφητικά. Μπορεί να είχε αυτό το χάρισμα. Δεν άφησε, όμως, αυτό να γίνει γνωστό. Δεν άφησε ποτέ τον εαυτό του να φανεί ότι είναι προορατικός ή διορατικός. Δεν ήταν άνθρωπος, που θα έλεγε ότι έβλεπε ή ότι κάτι είδε. Ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης ρωτούσε συχνά για τον πατέρα Παΐσιο, αν και εν Πνεύματι Αγίω βρισκόταν στη Μονή μας και ήξερε όλα όσα συνέβαιναν σ’ αυτήν. Και ο πατήρ Παΐσιος, όταν για διάφορες υποθέσεις της Μονής ευρίσκετο στην Θεσσαλονίκη, επικοινωνούσε πάντοτε τηλεφωνικώς με τον Άγιο Πορφύριο.

Πάντοτε ποθούσε διακαώς την ησυχαστική ζωή. Από νωρίς ζητούσε ευλογία να φύγει στην ησυχία. Και ο Άγιος Σωφρόνιος και ο γέροντας Γαβριήλ τού έλεγαν: «Δεν είναι καιρός τώρα». Ζούσε πνευματικές καταστάσεις και δεν μπορούσε στο Κοινόβιο. Ήθελε να είναι μόνος του. Ήθελε να είναι μακριά από τους θορύβους. Κάποτε, μάλιστα, τόν είδα ταραγμένο μετά από μία συνεδρίαση της Γεροντικής Συνάξεως της Μονής, της οποίας ήταν μέλος. Τόν ρώτησα: «Τι έπαθες πάτερ Πασιε; Τι έχεις;» «Ε, βλέπεις έχουμε αυτά τα προβλήματα τα διοικητικά, που μάς κουράζουν και μάς χαλούν την κατάσταση μας την πνευματική». Τον συνείχε αυτό. Η ενασχόλησή του με τα διοικητικά τού αφαιρούσε από την πνευματικότητα, αλλά από αγάπη προς τον γέροντα δεν ήθελε να τόν αφήσει.

Αυτός διεκπεραίωνε όλες τις διοικητικές υποθέσεις της Μονής. Εγώ ως αρχάριος ήμουν υποτακτικός του στην τράπεζα. Και από τότε είχα διακρίνει την αρετή του, που ήταν τοῖς πᾶσι εμφανής. Σιωπηλός πάντοτε και προσευχόμενος, διακονούσε αόκνως όπου τόν ζητούσαν. Ο Γέροντάς μας, ο πατήρ Χαράλαμπος, αν και δεν ήταν καλογέρι του ο πατήρ Παΐσιος, αυτόν είχε για όλες τις διοικητικές υποθέσεις της Μονής. Κάποιοι, που έβλεπαν αυτή την προτίμηση, τόν φθονούσαν και τόν κατηγορούσαν στον Γέροντα: «Ε! Αυτός παντρεμένος ήταν …». Όμως, ο πατήρ Παΐσιος ποτέ δεν είπε κάτι εναντίον τους. Κάποια στιγμή, όμως, κατάφεραν να κλονίσουν τον Γέροντα, ο οποίος τόν κάλεσε και τού έκανε παρατήρηση. Ο πατήρ Παΐσιος, πολύ λυπημένος, όπως μου εξομολογήθηκε αργότερα, τού απάντησε: «Γέροντα, με στενοχώρησες πάρα πολύ, γιατί εγώ είχα την εντύπωση ότι τόσα χρόνια που είμαι κοντά σου με έχεις καταλάβει. Τώρα, αν πιστεύεις όλα αυτά που σου λένε, λυπούμαι πολύ». Και έφυγε σκανδαλισμένος. Όμως, όπως μου εκμυστηρεύτηκε, «όταν πήγα στο κελλί μου, δεν μπορούσα να ησυχάσω από τους λογισμούς. Κόντευα να τρελλαθώ. Γύρισα αμέσως πίσω και τού λέω: «Συγνώμη, Γέροντα, που σού μίλησα έτσι από την αδυναμία μου, από την εμπάθειά μου. Ό,τι πεις. Έχουν δίκαιο αυτοί που σού λένε για μένα. Εγώ είμαι φταίχτης. Συγνώμη! Συγνώμη! Συγχώρα με, γιατί έκανα κακούς λογισμούς εναντίον σου». Με την εξομολόγηση, όμως, ειρήνευσε αμέσως και συνέχισε με αυταπάρνηση να βοηθά τόν Γέροντα μέχρι τέλους.

Όταν ανέλαβα ηγούμενος, μού λέγει: «Και ο Γέροντας Σωφρόνιος και ο Γέροντας Γαβριήλ και ο Γέροντας Χαράλαμπος μού έχουν δώσει ευλογία να φύγω στην ησυχία. Όμως, εγώ θα κάνω ό,τι μου πεις εσύ». Εν τω μεταξύ είχε ανακαινίσει το κελλί του στο κάθισμα του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου. Στο κελλί αυτό είχαν ζήσει άγιοι άνθρωποι, όπως ο άγιος Ιλαρίων ο ΄Ιβηρ και ο πατήρ Σάββας ο πνευματικός, για τον οποίο έγραψε η Ιερά Μονή Παρακλήτου.

Εγώ έβλεπα ότι λαχταρούσε να φύγει. Και, επειδή τον σεβόμουν πάρα πολύ από τότε που έκανα υποτακτικός του στην Τράπεζα, γιατί ήταν άνθρωπος θυσίας και αγάπης και προσευχής και βοηθούσε όλους, δεν μπορούσα να τον εμποδίσω. Γι’ αυτό τού απάντησα: «Πάτερ Πασιε, ξέρεις ότι εγώ έχω μεγάλη ανάγκη να σε έχω κοντά μου. Αλλά εφ’ όσον έχεις αυτές τις ευλογίες από τους Γεροντάδες, εγώ δεν θα σε εμποδίσω. Και πιστεύω ότι αν πας εκεί, πιο πολύ θα με βοηθάς από το να είσαι δίπλα μου». Τότε παραιτήθηκε και από τη θέση του Προϊσταμένου, που κατείχε. Μού λέγει: «Σε ευχαριστώ πολύ. Εγώ δεν θα σταματήσω να σε βοηθάω». Και έφυγε τρέχοντας σαν ελάφι. Και πράγματι, ένιωθα την παρουσία του. Και τα Σαββατοκύριακα που κατέβαινε στο μοναστήρι, τά λέγαμε πάντοτε.

Οι πολλοί δεν μπορούν μόνοι τους. «Ή Θεός θα είσαι ή άγριο θηρίο, για να μείνεις μόνος σου», λέει ο Αριστοτέλης. Ο πατήρ Παΐσιος, όμως, πυρπολούμενος από τον θείο έρωτα και οπλισμένος με τις ευχές των Γερόντων του έζησε στην ησυχία επί 24 χρόνια. Έφυγε τέλη του 1989 και παρέμεινε στο ησυχαστικό κελλί του μέχρι το 2014, οπότε ασθένησε και δεν μπορούσε πλέον να ανεβαίνει εκεί. Και πώς ζούσε εκεί; Ασκητικότατα. Έμενε όλη την εβδομάδα εκεί και κατέβαινε τις Κυριακές ή αν είχε Καθολικό ή Αγρυπνία. Μετά την Ακολουθία έφευγε τρέχοντας. Το καλοκαίρι είχε τον κήπο του. Μάλιστα, μάς έστελνε και κηπουρικά στο μοναστήρι. Είχε βάλει και οπωροφόρα δέντρα. Ήταν πολύ προκομμένος και εργατικός άνθρωπος, ικανότατος. Δεν μαγείρευε τίποτε εκεί. Περνούσε με ξηροφαγία. Μόνο τα Σαββατοκυρίακα που κατέβαινε στο μοναστήρι έτρωγε με εγκράτεια λίγο μαγειρεμένο φαΐ. Ήταν αληθής ασκητής.

Προσευχόταν αδιαλείπτως και μελετούσε πολύ. Ήταν πολύ της μελέτης. Και όταν μιλούσε, χρησιμοποιούσε συνέχεια στον λόγο του αποσπάσματα από τους λόγους των αγίων Πατέρων. Ήταν σοφός άνθρωπος. Όλη την νύχτα προσευχόταν. Εγώ πήγαινα και έκανα τις λειτουργίες εκεί. Και τον έβλεπα. Όλη την νύχτα ήταν στο πόδι. Και επειδή ήξερα ότι δεν κοιμόταν, πολύ νωρίς τελειώναμε την Θεία Λειτουργία. Πριν ξημερώσει είχαμε τελειώσει. Δεν κάναμε Όρθρο, μόνον Θεία Λειτουργία. Κάναμε τα πνευματικά μας καθήκοντα με κομποσκοίνι ο καθένας μόνος του στο κελλί του και μετά πηγαίναμε στην Εκκλησία για τη Θεία Λειτουργία. Ένα διάστημα ετοίμαζε κάτι πρόχειρο, για να φάμε. Και καθόμασταν και τρώγαμε. Αυτός, όμως, δεν έτρωγε. Γι’ αυτό, για να μη τόν κουράζουμε, σταματήσαμε τη συνήθεια αυτή.

Δεν μπορεί κάποιος να μένει μόνος του και να ζει, όπως έζησε ο πατήρ Παΐσιος, αν δεν αγωνίζεται. Θα ζει καταφρονητικά. Θα θέλει να τρώει και να κοιμάται. Γι’ αυτό και ο Άγιος Σωφρόνιος, γνωρίζοντας τον πόθο, την υπακοή και την αγωνιστικότητά του, τού έδωσε ευλογία να πάει στην ησυχία, αν και στην αρχή τόν εμπόδιζε λέγοντάς του: «Δεν είναι καιρός ακόμη». Τα τελευταία χρόνια είχε σοβαρό αναπνευστικό πρόβλημα. Νοσηλευόταν για λίγο στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο, το 424, και λίγο δυνάμωνε. Επέστρεφε, όμως, πάλι στη Μονή, για να συνεχίσει τον αγώνα του.

Η κοίμησίς του ήταν όντως οσιακή. Έφυγε ξαφνικά, ενώ δεν περιμέναμε ότι θα μάς φύγει. Αν και η υγεία του ήταν ανά πάσα στιγμή επισφαλής, λόγω της προχωρημένης αναπνευστικής ανεπάρκειας που είχε και η αναπνοή του ήταν πολύ δύσκολη, εν τούτοις αυτός, όσο μπορούσε να σταθεί στα πόδια του, βίαζε τον εαυτό του και πρώτος ερχόταν στην Εκκλησία και τελευταίος έφευγε, μέχρι τελικής πτώσεως, μέχρι καταρρεύσεως.

Σήμερα, δυστυχώς, μετά την έξοδο αυτών των ανθρώπων από την ζωή, μείναμε γυμνοί και τετραχηλισμένοι, χωρίς πνευματικούς οδηγούς και χωρίς στήριγμα. Αυτοί μέχρι τελευταία στιγμή κοπίαζαν και ίδρωναν, για να διασώσουν τη χάρη του Θεού, που ήταν πολύ αισθητή επάνω τους.

Πάτερ Παΐσιε, μη ξεχνάς κι εμάς τους «περιλειπομένους», τώρα που βρίσκεσαι κοντά στον θρόνο του Δεσπότου Χριστού, τον οποίον αγάπησες πάνω από κάθε τι άλλο στον κόσμο αυτό, και μεσίτευσε και για μας, ώστε και εμείς να Τόν αγαπήσουμε με όλη την ύπαρξή μας.

Πηγή: Ο Όσιος Γρηγόριος, Ετήσια Έκδοση Της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Περίοδος Β΄, Έτος 2017, Αριθμός. 42, σελ. 101 – 123. (μικρή διασκευή)

Μοναχός Παΐσιος Διονυσιάτης