loading...
Ιεροδιάκονος Διονύσιος Σταυροβουνιώτης
dionysios-staurobouniwths.jpg

Ιεροδιάκονος Διονύσιος Σταυροβουνιώτης

(1830 – 24 Φεβρουαρίου 1902)

Γέροντα Μωυσή Αγιορείτου

Ο ιεροδιάκονος Διονύσιος Σταυροβουνιώτης μετέβη από τη Λευκωσία στην Κωνσταντινούπολη όπου διετέλεσε διάκονος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και της μητροπόλεως Κιτίου. Διψώντας τη φίλη κάθε φιλόθεης ψυχής, ησυχία, έφθασε στην αγιορειτική, ησυχαστική, ασκητική κι ερημική σκήτη των Καυσοκαλυβίων, για να δρέψει το μέλι της αρετής στην Καλύβη του Αγίου Ιερομάρτυρος Χαραλάμπους. Εκεί εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός και έμαθε την ωραία τέχνη της αγιογραφίας, στην οποία αρίστευσε, όπως και στην βυζαντινή μουσική.

Περί το 1875 επέστρεψε στην πατρίδα του και κατευθύνθηκε στην ερημωμένη μονή Σταυροβουνίου. Έγινε διακριτικός πατέρας οσίων μοναχών. Η μεγάλη στέρηση τον ανάγκασε να επανακάμψει στο αγαπητό του Άγιον Όρος με την τετραμελή φιλόθεη συνοδεία του, όπου παρέμεινε επί μία τετραετία και πλέον.

Το 1882 βρέθηκε σ’ ένα ησυχαστικό Κελλί παρά τη μονή της Τροοδίτισσας. Η ησυχία τον έθελγε, τον συνάρπαζε και τον κατένυσσε. Συνάμα ασχολήθηκε με την αγιογραφία. Μετά τη μεγάλη πυρκαϊά του 1888, της μονής Σταυροβουνίου, προσκλήθηκε και ανέλαβε ηγούμενός της το 1889. Άρχισε εράνους για την ανασυγκρότηση της μονής. Σύντομα ήρθαν στην υπακοή του ενάρετοι Κύπριοι πατέρες, πρώην Αγιορείτες, ο Βαρνάβας και οι αυτάδελφοι Γρηγόριος και Καλλίνικος. Ως ηγούμενος ο Διονύσιος στερέωσε το κοινοβιακό σύστημα, τηρώντας απαρασάλευτα τους αρχαίους μοναχικούς θεσμούς του ισάγγελου πολιτεύματος. Ο πόθος της ησυχίας τον έφλεγε ακατάπαυστα. Έτσι όλη την εβδομάδα παρέμενε σ’ ένα φτωχοκάλυβο έξω από τη μονή, ασκούμενος, προσευχόμενος, αγιογραφώντας, και μόνο τα Σαββατοκύριακα ανέβαινε στη μονή, για να λειτουργήσει και να νουθετήσει τους δέκα μοναχούς του, ως ένας ησυχαστής.

Το όνομά του, όπως όλων των φυγόδοξων μοναχών, δεν έγινε ευρύτερα γνωστό και δεν πέρασε στα λεξικά του κόσμου.

Μια ρήση του, που φύλαξε ένας υποτακτικός του, αφήνει να διαφανεί ο πλούτος του εσωτερικού του μεγαλείου και ο πόνος των οσίων, που δεν βρίσκουν κάποιον να εκμυστηρευθούν την πολυτιμότητα της περιουσίας τους εντός της «ένδοξης αδοξίας» τους και της «θέας του Θεού». «Θέλω», έλεγε, «να μιλήσω και δεν βρίσκω άνθρωπον κατάλ­ληλον, και πλησιάζει το τέλος μου, και δεν θα βρεθεί κανείς να του πω για την πνευματική αυτή εργασία που τόσον εκοπίασα».

Το τέλος του ήταν οσιακό. Ενώ ένας υποτακτικός του απήγγειλε τους Χαιρετισμούς του Τιμίου Σταυρού, είδε ο ετοιμοθάνατος μακάριος Γέροντας τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου να λάμπει και άκουσε υπέροχη αγγελική υμνωδία. Είπε τρεις φορές το «Θεοτόκε Παρθένε» και τη Δοξολογία. Με το «Αμήν» της Δοξολογίας, παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Πλάστη του. Ήταν 24.2.1902. Η προσωπική του περιουσία ήταν λίγα βιβλία και λίγες εικόνες. Στις νεκρολογίες αναφέρεται η ασκητικότητά του, η σεμνοπρέπειά του και η αγαθότητά του. Κατά τη μετά τρία έτη ανακομιδή του τα οστά του βρέθηκαν «να αποπνέουν λεπτήν ευωδίαν».

Πηγές – Βιβλιογραφία:

Αθανασίου Σταυροβουνιώτου αρχιμ., Ο Γέροντας Διονύσιος Καυσοκαλυβίτης (1816- 1901), Πρωτάτον 17/1989, σσ. 104-106.

Ιωσήφ Βατοπαιδινού μοναχού, Οσίων μορφών αναμνήσεις, Άγιον Όρος 2003, σσ. 15-19.

Κωστή Κοκκινόφτα, Ο Διονύσιος Χρηστίδης και η επανίδρυση της Μονής Σταυροβουνίου το 1889, Λευκωσία Κύπρου 2008.

Πηγή: Ιστολόγιο Πεμτουσίας ημερομηνία δημοσίευσης 24/02/2016 και Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Β΄, εκδ. Μυγδονία σ. 35-37 (μερική διασκευή).

Διονύσιος Σταυροβουνιώτης