loading...
Η επιθυμία του Αγίου Νεκταρίου να αποτυπώσει την αγάπη του προς τη Θεοτόκο
h-pros-th-theotoko-syggrafikh-epithymia-tou-agiou-nektariou.jpg

Γεωργίου Μπήτρου

Η βαθύτατη υιική αγάπη και ο σεβασμός του Αγίου προς τη Θεοτόκο τον ώθησαν το 1904 στην έκδοση της σύντομου έργου «Μελέτη περὶ τῆς Μητρὸς τοῦ Κυρίου, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας». Η μελέτη αυτή αναφέρεται στο «ἀειπάρθενον τῆς Θεοτόκου» και παρουσιάζει την ορθόδοξη άποψη, ότι «ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἦν πρὸ τόκου παρθένος, καὶ ἐν τόκῳ παρθένος, καὶ μετὰ τόκον πάλι διέμενεν, φυλάξασα ἀλώβητον τὴν ἑαυτῆς παρθενίαν». Παρουσιάζει, επίσης, τη σχέση της Παναγίας με τον Θεό, τον μνήστορα Ιωσήφ, αλλά και γεγονότα – σημεία από την Παλαιά Διαθήκη που προτυπώνουν το πρόσωπο, το έργο και το αειπάρθενον της Θεοτόκου.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο συγγραφέας – αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο – στην τιμή και τον σεβασμό που απέδιδαν και αποδίδουν οι πιστοί στη Μητέρα του Θεού, ήδη από τα χρόνια της επίγειας ζωής της. Ειδικά για τις εικόνες της Παναγίας αναφέρει ότι τιμούνταν ήδη από τους πρώτους μετά Χριστό αιώνες. Κατά δε τον Γ΄ αιώνα η χριστιανική υμνωδία υμνούσε την Παναγία και από τον Δ΄ αιώνα ανηγέρθησαν μεγαλοπρεπείς ναοί, αφιερωμένοι στο όνομα της Θεομήτορος.

Σε ένα άλλο κεφάλαιο παραθέτει τα πολλά προσωνύμια της Θεοτόκου, έτσι όπως αυτά περιγράφονται από τον Ωριγένη έως και τον Θεοδώρητο, ενώ παραπέμπει και στις Οικουμενικές Συνόδους (Γ΄) που θεσπίζει τον όρο «Θεοτόκος» τον οποίο αποδέχθηκαν οι Δ΄ – Ε΄ – ΣΤ΄ και Ζ΄ Οικουμενικές Σύνοδοι.

Η περί της Θεοτόκου Θεολογία του Αγίου δεν είναι σχολαστική και αυθάδης κριτική ψηλάφηση – όπως έχει γραφεί και για τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη – αλλά καρπός βαθιάς ευλάβειας και οφειλόμενης αγάπης προς τη μητέρα του Θεού. Θεολογία διαρκώς υψούμενη και πλατυνόμενη και κινούμενη σε άπειρες διαστάσεις.

Η μελέτη αυτή δεν αναδεικνύει μόνο τον Άγιο ως άριστο γνώστη της Πατερικής γραμματείας, αλλά εκφράζει και τον βαθύτατο σεβασμό του προς την Παναγία. Συγχρόνως, και τον αγώνα του, ώστε οι μαθητές του να γνωρίσουν την Ορθόδοξη διδασκαλία για το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Και ενώ το συγγραφικό του έργο είναι τεράστιο και συναγωνίζεται σε όγκο και αξία το έργο πολλών Πατέρων της Εκκλησίας, δεν παραλείπει πέρα από τις ιστορικές, ποιμαντικές, ηθικές, ερμηνευτικές και κατηχητικές μελέτες να συνθέσει και ύμνους προς την Κυρία Θεοτόκο, τους οποίους συμπεριέλαβε στο ομώνυμο βιβλίο του, που φέρει τον τίτλο: «Θεοτοκάριον, ἤτοι ᾨδαὶ καὶ Ὕμνοι πρὸς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον καὶ Ἀειπάρθενον Μαρίαν»· έργο που εκδόθηκε το 1905.

Η Παναγία συνέχιζε να είναι γι’ αυτόν πηγή έμπνευσης και έκφρασης. Να, λοιπόν, γιατί ο Άγιος μας λέγει στον πρόλογο ότι: «ἐποίησα ᾠδὰς τινὰς καὶ ὕμνους πρὸς αἴνεσιν καὶ ἀνύμνησιν τῆς παναγίας Μητρὸς τοῦ Κυρίου, τῆς Γοργοεπηκόου καὶ ταχείας εἰς ἀντίληψιν, βοήθειαν καὶ προστασία τῶν ἐπικαλουμένων αὐτήν, καὶ πρὸς ἔκφρασιν τῆς Ἀπείρου πρὸς Αὐτὴν εὐγνωμοσύνης μου διὰ τὰς πολλὰς πρὸς ἐμὲ Αὐτῆς εὐεργεσίας, ἂς παραπήλαυσα».

Στο Θεοτοκάριο, όμως, ο Άγιος βρήκε την ευκαιρία να εκφράσει την εμπειρία του από την παρουσία και τις ενέργειες της «Κυρίας τῶν πάντων» στη ζωή του, μέσα από τους χιλιάδες στίχους που συνέθεσε για το πρόσωπό της.

Ο Άγιος με το αναμφισβήτητο ποιοτικό τάλαντο και τον λυρισμό του λόγου του συνέθεσε ύμνους που έχουν έναν και μόνο σκοπό· να εγκωμιάσουν την Παναγία. Ο Άγιος έγινε εγκωμιαστής της Κυρίας Θεοτόκου και της εν Κυρίῳ χαράς και ειρήνης αληθινός αφηγητής. Αποσπάσματα από το «Θεοτοκάριον» έστελνε συχνά ο Άγιος στις μοναχές του στην Αίγινα αποσκοπώντας στην ψυχική ωφέλεια και την πνευματική οικοδομή τους. Οι μοναχές με τη σειρά τους μάθαιναν από στήθους πολλές από αυτές τις ωδές και τις έψαλλαν κατά τη διάρκεια των ακολουθιών.

«Τοὺς ὕμνους τούτους ἐδημοσίευσα ὅπως παράσχω τοῖς ἀγαπῶσι καὶ τιμώσι τὴν Μητέρα τοῦ Κυρίου ἐγκόλπιόν τι ἐν ᾧ νὰ εὐρίσκωσι διατετυπωμένα τὰ ἑαυτῶν συναισθήματα καὶ ἱκανοποιῶσιν αὐτά, ἄδοντες καὶ ὑμνοῦντες τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, τὴν μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν» […]

Η διαρκής παρουσία της Θεοτόκου οδήγησε σε αυτό το Υμνολογικό ξέσπασμα. Η μεγάλη μάνα, που ο Άγιος είχε οδηγό, καταφύγιο και σκέπη κραταιά στη διάρκεια των δοκιμασιών του, έγινε πρόξενος χαράς και ασυγκράτητης ευγνωμοσύνης. Το χέρι του Αγίου το οδηγούσε η ίδια η Θεοτόκος. Ας ακούσουμε τι εξομολογείτο ο ίδιος: «Ἀλλ’ ὁ πόθος τῆς ἀναμνήσεως τῆς Κυρίας Θεοτόκου ὑπηγόρευσεν ἡμῖν νέας ᾠδάς καὶ νέους ὕμνους, καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ηὐξάνετο καὶ οἱ ὕμνοι καὶ αἰ ᾠδαὶ ἐπολλαπλασιάζοντο».

Άριστος γνώστης της από αιώνων χριστιανικών τιμής για το πρόσωπό της, επιθυμούσε η γυναικεία αδελφότητα της Αίγινας να ψάλλει συχνά την «εὐλογημένη τῶν γυναικῶν», το «μονοφυὲς τοῦτο θαῦμα τῆς φύσεως», όπως αναφωνούσε ο Μηνιάτης. Για τον λόγο αυτό τροφοδοτούσε συνεχώς την αδελφότητα με ποικίλους ύμνους και, όπως διακρίνουμε μέσα στις συνοδευτικές επιστολές του, προσπαθούσε να προκαλέσει σε αυτές την αγάπη και την ευσεβή έξιν – συνήθεια της υμνωδίας της Κεχαριτωμένης.

Πολλές φορές ο Άγιος αντί να στέλνει συμβουλές και πνευματικές νουθεσίες ή οδηγίες στις μοναχές τους, έστελνε ποιήματα προς την Παναγία, για να ευθυμούν εν Κυρίῳ ψάλλοντάς τα, αλλά και να διδάσκονται ταυτόχρονα και το σπουδαιότερο να τρέφουν την ψυχή τους με γνήσια ορθόδοξη τροφή. Σκοπός, λοιπόν, της υμνογραφικής του εργασίας ήταν η ύμνηση της Θεοτόκου, η Ορθόδοξη διδασκαλία, η υγιής ψυχαγωγία, η μύηση των μοναζουσών και όλων των χριστιανών στην ύμνηση της Παναγίας. Διακρίνουμε από τα γραφόμενα του Ανδρός την υψηλή αίσθηση ευγένειας και διάκρισης. Δεν επέβαλλε, αλλά πρότεινε και συνέστηνε. Ομιλούσε και έγραφε τρυφερά, στοργικά προς τις μοναχές του, ενώ διαπνεόταν από τον πόθο τα ποιήματά του αυτά να γίνουν γνωστά μόνο και μόνο, για να υμνείται η Θεοτόκος. Η χαρά του Αγίου ήταν, επίσης, απερίγραπτη, όταν άκουγε τους Ριζαρείτες μαθητές να ψάλλουν στίχους από το Θεοτοκάριο. Ομοίως, ο ενθουσιασμός του μέγας, όταν το αυτό συνέβαινε και με τις μοναχές του.

Ζώντας μέσα στο πέλαγος της Μητρικής αγάπης ο Άγιος επιθυμούσε να μεταδώσει αυτή τη χαρά και να κάνει κοινωνούς τους άλλους και να τους οδηγήσει στη σωστή ενατένιση του προσώπου και προσκύνησή της. Τα μέτρα της αγάπης και της ευλάβειας του Αγίου προς την Παναγία είναι δυσθεώρητα, γι’ αυτό δεν θα αποκαλούσαμε τον Άγιο απλώς ως ένα ποιητή στίχων, αλλά ως ένα βαθύτατα αλλοιωμένο πρόσωπο από τη μητρική αγάπη. Οι ωδές, οι ύμνοι του είναι κεκραγάρια αγάπης και ευγνωμοσύνης.

Σε κάθε φράση του μπορεί ο μελετητής του βίου του να διακρίνει προσωπικά βιώματα και στιγμιότυπα από τις δοκιμασίες του Αγίου. Μέσα σε τέτοιους λειμώνες ευσεβών σκέψεων και στοχασμών εκινείτο η αγία ψυχή του Οσίου, πάντοτε αγρυπνούσα, νήφουσα, ψάλλουσα και προσευχόμενη τα θαυμάσια της θεομήτορος. Και πώς θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά, όταν η ίδια η Θεοτόκος εμφανιζόμενη βραβεύει ορατώς και απτώς τους θαυμαστές και υμνητές της και να παρέχει την «εἰρήνη τοῦ Θεοῦ».

Την ιλαρώτατην ταύτην ειρήνη είχε πολλές φορές γευτεί ο Άγιος γι’ αυτό και εβίαζεν εαυτόν, ώστε να φανεί ευγνώμων για τις ευεργεσίες της Δέσποινας των Ουρανών. Είναι χαρακτηριστικό όλων των ύμνων και των συνθέσεων προς την Παναγία ότι ο Άγιος δεν παραλείπει να υμνήσει τη Θεοτόκο, να της αποδώσει ονόματα, αρετές, σύνθετες ποιητικές εκφράσεις για το μεγαλείο της και στη συνέχεια να αναγνωρίσει τις ευεργεσίες της προς την ανθρωπότητα και σε εκείνον προσωπικά.

Ως άριστος γνώστης της ελληνικής γλώσσας και δεινός τεχνίτης του λόγου, μας χάρισε, ως αιώνια κληρονομιά, αυτά τα λογοτεχνικά αριστουργήματα συνδυάζοντας ποικίλα εκφραστικά μέτρα, για να επαινέσει με χίλιους τρόπους τη «Δέσποινα του κόσμου». Με λογοπαίγνια, αντιθέσεις με κοσμητικά επίθετα με αλλεπάλληλα «χαῖρε», με ακροστιχίδες και ομοιοκατάληκτους στίχους σκιαγράφησε το πορτρέτο της «Ἀνύμφευτης Νύμφης». Άλλοτε, πάλι, έγραφε με αλφαβητική σειρά τα χαρίσματα της Παναγίας, η οποία ως «ἔμψυχος βίβλος» είναι το Α και το Ω της ζωής μας, το «Ἄνθος τὸ Ἀμάραντον τῆς ἀφθαρσίας», αλλά και η «Ὡραία παστάς τοῦ Θεοῦ ζώντος Λόγου».

Ο ποιητικός λόγος γίνεται λυρικός ποταμός γεμάτος από περίτεχνες φράσεις και προσωνύμια της Θεοτόκου, που δηλώνουν όχι μόνο το «Ἀειπάρθενον τῆς Θεοτόκου» αλλά και την υιική σχέση του Αγίου με τη Μητέρα του Θεού. Πλήρης θεολογίας ο λόγος του Αγίου, με πολλές προτυπώσεις του προσώπου της Παναγίας από την Παλαιά Διαθήκη· μια ευσύνοπτος διδασκαλία περί του προσώπου της. Και συνεχίζει: «μοναζόντων κλέος, καὶ ὁσίων ἡ λαμπρότης, τεῖχος τῶν παρθένων, ἔρεισμα καὶ ὡραιότης, τῶν ποντοπορούντων ἀσφαλὴς καθοδηγία, τῶν πολεμουμένων ἡ εἰρήνη, τῶν πενθούντων μόνη ἰσχυρὰ παραμυθία, τῶν κλονιζομένων ἔρεισμα καὶ σωτηρία, μόνη τῶν ἑστώτων ἀσφαλὴς ὀρθοστασία, τῶν ὁδοιπορούντων ἡ ὁδὸς ἐν ἀσφαλείᾳ, τῶν χειμαζομένων, Θεοτόκε ἡ γαλήνη, Κόρη, τεθλιμμένων ἡ χαρὰ καὶ ἡ εὐφροσύνη». Και με συγκινητική ταπείνωση καταλήγει: «Θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε, τὴν ψυχὴ μου πτωχεύσασαν πλούτισον, φωτοφόρε λυχνία ὁλόφωτε, σκοτισθέντα τὸν νοῦν μου καταύγασον». Έτσι παραδίδει σε όλους εμάς το λαοφιλές «Θεοτοκάριον» που είναι άριστη έκφραση και υποστασιωμένη απόδοση της αγάπης των Αγίων και ιδιαίτερα των μεγάλων ασκητών προς το πανυπέρτιμον όνομα της Δεσποίνης Θεοτόκου.

Ο Άγιος Νεκτάριος με αυτό του το έργο έρχεται ως συνεχιστής, ως κρίκος της αλυσίδας όλων εκείνων των μεγάλων πατέρων που συνέγραψαν ύμνους και κανόνες για το πρόσωπο της Παναγίας. Ο λογοτέχνης Άγιος με το ήθος και το ύφος του εξέφρασε τους θείους πόθους του και τη βαθύτατη αγάπη προς την Κυρία Θεοτόκο. Τα κείμενα και οι ύμνοι του αποτελούν απαύγασμα της βιωματικής ευσέβειας του Ανδρός, πλήρη αποτύπωση του πλούτου των ανθρωπίνων συναισθημάτων, της δοξολογικής ενατένισης και της καταξίωσης του προσώπου.

Όπως τα παιδιά έχουν υποχρέωση να αποδίδουν σεβασμό και τη δέουσα τιμή στους κατά σάρκα γονείς τους, έτσι και ο Άγιος αντάμειβε τη Θεοτόκο με τους ύμνους του, γιατί τη θεωρούσε αιτία της πνευματικής γέννησης, ενηλικίωσης και τελείωσής του. Εκ των όσων αναφέραμε συμπεραίνουμε ότι ο ρόλος της Παναγίας στη ζωή και το έργο του Αγίου ήταν ευεργετικός. Η Παναγία είναι η παιδαγωγός, η τροφός, η χειραγωγός, η αστείρευτη πηγή έμπνευσης, ο ασφαλής οδηγός προς τον Θεόν, ο κραταιός κυβερνήτης της ζωής του.

Η βαθιά πνευματική και Ορθόδοξη σχέση του Αγίου με την «Κυρία τῶν πάντων» καταγράφεται σε ένα στιγμιότυπο στο Μοναστήρι του Αγίου που μεταγγίζει σε όλους μας την τρυφερότητα του προς το πρόσωπο της μεγάλης του Μάνας: «Κάποτε ένα μικρό κοριτσάκι, που επισκεπτόταν συχνά τη Μονή, έκοβε τα λουλούδια της αυλής. Ο Άγιος που το είδε, του είπε: – Γιατί, παιδί μου, κόβεις τα λουλούδια της Παναγίας;».

Ο Άγιος πέρασε τον Γολγοθά του με υπομονή, ανεξικακία, αγάπη, προσευχή, εγκαρτέρηση, με θυσίες, αφήνοντας πάντα τον εαυτό του στην αγάπη του Χριστού και της Παναγίας. Η Παναγία μας οδηγούσε προς τον Χριστό, μας προσέφερε τον Χριστό, όπως ο ιερέας με το Άγιο Ποτήριο, που κρατά στα χέρια του, ομοιάζει με την Παναγία που κρατά στην αγκαλιά της τον Χριστό και μας Τον μεταδίδει. Όμοια και ο Άγιος μας προσφέρει την Παναγία, μας οδηγεί στο Πρόσωπό της, γίνεται ο ίδιος οδοδείκτης και ασφαλής οδηγός, για να πλησιάσουμε τα κράσπεδα του θρόνου της.

Ας δανειστούμε το αίτημα του Αγίου προς εκείνην: «Κανόνισε, κυρά Παναγία μου. Μητέρα μου», «μὴ μοῦ παρίδῃς τὴν δέησιν, τὸ συμφέρον ποίησον».

* Απόσπασμα από κείμενο του περιοδικού Πειραϊκή Εκκλησία, Μηνιαίο Περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, Έτος 30ό , Τεύχος 330, Νοέμβριος 2020, σελ. 26-28, ελαφρώς διασκευασμένο.