loading...
Γέροντας Γερμανὸς Σταυροβουνιώτης (1906-1982)
gerontas-germanos-staurobouniwths.jpg

Ἀρχιμανδρίτη Συμεών, Ἡγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Μαυροβουνίου

Τούτη ἡ κηδεία ποὺ κάναμε σήμερα τοῦ ἡγουμένου στὸ Σταυροβούνι δὲν ἦταν σὰν τὶς ἄλλες ποὺ κάνουμε στὸν κόσμο. Ἦταν ἀπὸ κεῖνες τὶς φορὲς ποὔρχεσαι κατάντι­κρυ μὲ τὸν θάνατο κι ὁ θάνατος σοῦ μιλᾶ γιὰ ζωή, ἀπὸ τὶς φορὲς ποὺ στὴ διάρκεια μιᾶς κηδείας νοιώθεις ἕνα εἶδος μεγαλοπρέπειας καὶ ὀμορφιᾶς μέσα στὸν θάνατο. Ἔτσι ὄμορφο καὶ μεγαλόπρεπο ἤτανε σήμερα τὸ πρόσωπο τοῦ νεκροῦ ἡγούμενου. Ὁ γέρων ἡγούμενος Γερμανὸς ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν ἐργασία του, τὸ ψέκασμα τῶν δέντρων, παρεξέκλινε μὲ τὸ τρακτὲρ ποὺ ὁδηγοῦσε κι ἔπεσε σὲ χαράδρα στὸ βουνό.

Τὸν ἀνακαλύψανε τὴν ἄλλη μέρα νεκρὸ ἔχοντας σταυρωμένα τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια.

Χαρακτηριστικό τοῦ μακαριστοῦ γέροντα ἦταν ἡ πολλὴ ἐργατικότητά του. Δούλευε ἀσταμάτητα. Ἦταν πράγμα σπάνιο νὰ τὸν συναντήσεις στὸ Μοναστήρι. Πάντα ἀ­πουσίαζε στὰ χωράφια. Ὅπως εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὰ χωράφια τοῦ χωριοῦ του πρὶν πολλὰ χρόνια στὸ Μοναστήρι, ἔτσι καὶ παρέμεινε. Ἀγαποῦσε τὴ γῆ, τὸν τραβοῦσε τὸ χῶμα. Ἦταν ὁ φυσικὸς ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔμαθε τὸν Θεὸ σὰν καλὲς ἰδέες. Τὸν Θεὸ τὸν ἔβρισκε μέσα ἀπὸ τὴν πράξη τῆς ζωῆς καὶ τῆς λατρείας μέσα ἀπὸ τὸ κομποσχοίνι καὶ τὴ γονυκλισία, τὸ μεσονυκτικὸ καὶ τὸ ἀπόδειπνο, μέσα ἀπὸ τὴ Θεία Λειτουργία, μέσα ἀπὸ τοὺς καρποὺς καὶ τὰ λουλούδια τῆς κάθε εποχῆς.

Ἦτανε ἀπὸ τοὺς πρωτινοὺς ἐκείνους καλόγερους, ποὺ γράφει τὸ Γεροντικὸ, τοὺς σκληροὺς κι ἀκατέργαστους. Ὅλη, ὅμως, αὐτὴ ἡ σκληράδα στρεφόταν στὸν ἑαυτὸ του· ἀπὸ τοὺς ἄλλους δὲν ἀπαιτοῦσε τίποτε. Δὲν ζήτησε ποτὲ νὰ ἐπιβληθῆ οὔτε καὶ σ’ αὐτούς τοὺς μοναχοὺς του. «Ὅταν ἔφυγα ἀπὸ τὸ σπίτι μου 14 χρόνων κι ἦλθα στὸ Μοναστήρι ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ζήσω ξένος καὶ περιφρονημένος στὴ γῆ· κι ἀκό­μα νὰ πεθάνω μόνος χωρὶς παρηγοριὰν ἀνθρώπου, αὐτὸ θὰ εἶναι ἡ χαρὰ μου» αὐτὰ ἔγραφε τελευταῖα σὲ κάποια ἐπιστολή του, λόγια ποὺ σὲ γεμίζουν μὲ δέος μπροστὰ στὸ μυστήριο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ποὺ «ξενοτρόπως» ἔζησε καὶ «ξενοτρόπως» πέθανε.

Ὅταν ἕνας ξένος τύχαινε νὰ τὸν συναντήσει στὸ Μοναστήρι καὶ νὰ τὸν ρωτήσει ποιὸς εἶναι ὁ ἡγούμενος, αὐτὸς ἀπαντοῦσε. – Ὁ Γερμανός. Κι ὁ ξένος ποτὲ δὲν ὑποψιαζόταν πὼς ὁ ταπεινὸς ἐκεῖνος καλόγερος, μὲ τὰ ροζιασμένα χέρια καὶ τὰ σκληρὰ γένεια, ἐκεῖνος ἦταν ὁ Γερμανός.

Ἦτανε νηστευτὴς, ὅσο κανεὶς στὶς μέρες μὰς, καὶ πνευματικὸς μὲ χαρίσματα. Ὑπῆρξε ὁ ἐξομολόγος ὁλοκλήρου, σχεδὸν, τοῦ γυναικείου μοναχισμοῦ τῆς Κύπρου, γι’ αὐτὸ καὶ σήμερα στὴ θανή του ξεσηκώθηκαν ὅλα τὰ γυναικεῖα Μοναστήρια καὶ συρρεύσανε στὸ Σταυροβούνι. Κι ἦταν συγκινητικὸ τὸ θέαμα νὰ βλέπεις τόσες καλόγριες νιὲς μεσήλικες, μὰ ἰδιαίτερα γερόντισσες, ποὺ μοιάζανε σὰ γιαγιάδες μὲ τὰ πολλὰ χρόνια στοὺς ὤμους νὰ ἔρχονται κι αὐτὲς νὰ προπέμψουν τὸν πνευματικὸ τους πατέρα.

Στὸν περισσότερο κόσμο δὲν εἶχε γίνει ἀκόμα γνωστό, παρόλ’ αὐτὰ ἤλθανε μερικοὶ ἱερεῖς, παιδιὰ φιλομόναχα, θεολόγοι καὶ δύο ηγούμενοι. Ὁ ἡγούμενος Κύκκου, ποὺ τυχαία βρέθηκε ἐκεῖ, καὶ ὁ Τροοδιτίσσης ποὺ ἦταν στὴν Λευκωσία καὶ τ’ ἄκουσε.

Ὅλη αὐτὴ ἡ σύναξη τῶν ἀνθρώπων ἡγουμένων, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν θύμιζε κάτι τοιχογραφίες ποὺ παριστάνουνε τὴν κοίμηση τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου. ΄Όλα αὐθόρμητα καὶ ἀληθινά. «Θεαρχίῳ νεύματι, τὸ ἀκραιφνέστατον σῶμα προπέμπουσι».

Τὸ σκήνωμα τοῦ νεκροῦ ἤτανε ἀκόμα στὴ Λάρνακα γιὰ διάγνωση ἰατρική. Δειλίνωσε κι ἀκόμα νὰ τὸν φέρουν. Ἀρχίσαμε τὸν ἑσπερινό. Εἴπαμε λίγα στιχηρὰ καὶ ἦρθε μήνυμα νὰ ψάλλουμε σύντομα γιατὶ ἔρχονται. Στὸ Δοξαστικὸ κτύπησε ἡ καμπάνα πένθιμα καὶ τὸ ἐκκλησίασμα ἰδιαίτερα οἱ μοναχὲς ξέσπασαν σὲ λυγμούς. Ἡ ψαλμωδία δὲν ἀκουόταν πιά, ἀλλὰ ἐμεῖς συνεχίσαμε. Τὸν ἀποθέσανε σ’ ἕνα τραπέζι μὲ λευκὸ τραπεζομάντηλο. Πέσανε ἀπάνω πολλὲς γυναῖκες καὶ καλόγριες καὶ τραβούσανε τὸν ἀέρα ἀπὸ τὸ πρόσωπό του, γιὰ νὰ τὸν δοῦν. Ὁ ἡγούμενος Κύκκου κι ἄλλοι πατέρες τοὺς ἔδιωχναν. Ὁ γέροντας κοιμόταν ἥσυχος. Ἦταν ἴδιο τὸ σκήνωμα τοῦ ἁγίου Νεκταρίου. Ἀφοῦ τέλειωσε ὁ ἑσπερινὸς, ἄρχισε ἡ νεκρώσιμη ἀκολουθία τῶν μοναχῶν. Ψάλλανε τοὺς ἀναβαθμοὺς τῶν ὀκτὼ ἤχων καὶ τὰ προσόμοια. «Τοῖς ἐρημικοῖς ζωὴ μακαρία ἐστὶ θεϊκῷ ἔρωτι πτερουμένοις» καὶ «εἰς τὰ ὄρη ψυχὴ ἁρθῶμεν ὅθεν βοήθεια ἥκει». Μετὰ ψάλλανε τὰ εὐλογητάρια «Οἱ τὴν ὁδὸν τὴν στενὴν βαδίσαντες τεθλιμμένοι πάντες οἱ ἐν βίῳ» Στὸ «Μετὰ τῶν ἁγίων …» ἔψαλλεν ὅλος ὁ κόσμος καὶ οἱ μοναχὲς, γέμισε ὁ ναὸς μὲ ἦχο. Εἶδα τὰ μάτια ἑνὸς δόκιμου, ποὺ ἦταν ἀπέναντί μου, νὰ δακρύζουν. Τώρα ποὺ οἱ δόκιμοι ἔχουν φτάσει τοὺς ὀκτὼ κι ὅλοι μιλοῦν γιὰ ξαναζωντάνεμα, ὁ γέροντας φεύγει. Οἱ μοναχὲς κλαίγανε συνέχεια. Ἡ ἀκολουθία ἤτανε μεγάλη. Ἔξω ἄρχισε νὰ σκοτεινιάζει. Μετὰ τὸ εὐαγγέλιο καὶ τὶς εὐχὲς παραλείψανε τὴν ὑπόλοιπη ἀκολουθία, γιατὶ νύκτωσε, κι ἄρχισε ὁ τελευταῖος ἀσπασμός. Ὁ χώρος ἦταν στενός, ὁ κόσμος πολύς, ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν γέροντα μεγάλη. Σπρώχνοντας κατάφερνες νὰ πλησιάσεις καὶ νὰ προσκυνήσεις.

Τέλος σηκώθηκε τὸ ἱερὸ σκήνωμα γιὰ τὴν ἔξοδο. Εἶχε βραδυάσει. Ἡ μεγάλη καμπάνα κτυποῦσε βαρειὰ πένθιμα κι ἔπαιρνε τὸν ἦχο τῆς ἡ ἡσυχία τῆς νύκτας. Κρατούσαμε κεριὰ καὶ μερικοὶ δόκιμοι φαναράκια. Μπροστὰ ἔψαλλεν ἕνας ἱερέας τὸ «ἅγιος ὁ Θεός» τὸ ἐξόδιο σὲ πλ. β΄ κι ἡ πομπὴ ἐρχόταν. Κατέβηκε τὰ σκαλιὰ τῆς σκάλας, βγῆκε ἀπὸ τὴ Μεγάλη πόρτα. Ἦταν ολόιδιο Μεγάλη Παρασκευὴ μὲ τὴν ἔξοδο τοῦ Ἐπιταφίου. Κατεβήκαμε ἕνα στενὸ δρομάκι καὶ φτάσαμε στὴν πλαγιά, σ’ ἕνα μέρος ὅπου «ἦν κῆπος καὶ μνημεῖον». Ἀποθέσανε κάτω τὸ φέρετρο. Κάποιος ἔτρεξε νὰ φέρει τὸ νερό. Ἐσπρώχνοντο πολλοὶ πάνω ἀπὸ τὸν νεκρό. Ἕνα κοριτσάκι ἄρρωστο τὸ σπρώχνανε οἱ δικοὶ τοῦ νὰ προσκυνήσει τὸ λείψανο κι αὐτὸ τσίριζε. Τέλος, πήρανε τὸ σῶμα στὸ λευκὸ σεντόνι καὶ τὸ ἀποθέσανε κάτω στὸν τάφο μέσα στὰ σπλάχνα τῆς γῆς. «Χοῦς εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσει. Τὸν πηλὸν ὁ κεραμεὺς ζωοποιήσας ἐνέθηκάς μοι». Ὁ ἡγούμενος ἀγαποῦσε τὴ γῆ, ἦταν ὁ φυσικὸς ἄνθρωπος. Φεύγουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ μαζὶ μ’ αυτοὺς ἡ ἐποχὴ τους καὶ ἡ ἱστορία τους. Μιὰ ἱστορία καὶ μιὰ πνευματικότητα, ποὺ γραφόταν μὲ χῶμα, μὲ πέτρα, μὲ γῆ. Γι’ αὐτὸ κι ἤτανε τόσο βέβαιη αὐτὴ ἡ πνευματικότητα, ὅσο μιὰ πέτρα ριζωμένη στὴ γῆ. Ἄν ξέρεις ν’ ἀγαπᾶς τὴ γῆ, ξέρεις ν’ ἀγαπᾶς καὶ τὸν ἄνθρωπο. «Χοῦς εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσει».