loading...
Κυριακή Ι΄ Λουκά
kyriakh-i-louka.jpg

Οικονόμου Νικολάου Πάτσαλου

«Ευχαριστιακή Αφή Σωτηρίας»

Δεκάτη Κυριακή του Λουκά και όλο και πλησιάζουμε τη μεγάλη εορτή των Χριστουγέννων. Ο Κύριος της Δόξης στη σημερινή ευαγγελική περικοπή πάλιν καὶ πολλάκις συμπεριφέρεται ως Παγκόσμιος Ιατρός Ψυχών τε και Σωμάτων.

Ο Χριστός βρίσκεται σε μια Ιουδαϊκή συναγωγή και διδάσκει τον Καινούργιο Νόμο που έφερε η σάρκωση Του. Εκεί ευρίσκεται και μια ταλαίπωρη γυναίκα, η οποία πάσχει από δεινή ασθένεια, τόσο ψυχική όσο και πνευματική. Είναι καμπουριασμένη, «συγκύπτουσα», σε σημείο να μην μπορεί να σηκώσει το κεφάλι της, να δει τον ουρανό. Και δεν την έφθανε αυτό, ήταν και υποδουλωμένη στο πνεύμα το ακάθαρτο του διαβόλου.

Η γυναίκα, παρά την κακή σωματική και ψυχική κατάστασή της, ελπίζει στον Θεό, γι’ αυτό και τη συναντάμε στη συναγωγή να ακροάται τον λόγο του Θεού. Εκεί, λοιπόν, τη συναντά ο Ιησούς και τη σπλαχνίζεται σφόδρα απελευθερώνοντάς την από τα δεσμά του παμπονήρου. Έπειτα από την ψυχική αποκατάσταση τής δωρίζει και τη σωματική της Υγεία. Είναι πολύ σημαντικό ότι σε πολλές περιπτώσεις ο Ιησούς θεραπεύει πρώτα το Πνεύμα και έπειτα το Σώμα· πράγμα που μας υπενθυμίζει πόσο σημαντική είναι η ακεραιότητα και των δύο στοιχείων.

Τα χέρια του δημιουργού αγγίζουν την ασθενική γυναίκα και τη θεραπεύουν. Τα χέρια της Ζωής όλο και σκορπίζουν ζωή. Τα χέρια που δημιούργησαν την ανθρώπινη φύση είναι τα πλέον ικανά, για να τη διαχειριστούν, όταν βρίσκεται σε άσχημη κατάσταση. Τα χέρια του Χριστού αποδεικνύονται τα μόνα ιατρικά και αλάνθαστα, που, ό,τι αγγίξουν, το αποκαθιστούν.

Αυτό το άγγιγμα χρειάζεται ο κάθε άνθρωπος, που νοητά δεν μπορεί να ανορθώσει το κεφάλι, να δει τον Θεό. Η συγκύπτουσα γυναίκα διά της αφής του Θεανθρώπου βρίσκει την υγεία της. Έτσι και ο κάθε ταλαιπωρημένος σημερινός άνθρωπος ζητά και αναζητά ένα τέτοιο άγγιγμα που να τον αναστήσει από τα ψυχικά και τα σωματικά τραύματά του.

Και, βέβαια, η θαυματουργός χείρα του Θεανθρώπου δεν έπαυσε να αγγίζει τις ψυχοσωματικές οντότητές μας. Αυτό το σωτήριο θαυματουργό άγγιγμα του μεγάλου σωτήρα της ανθρωπότητας συνεχίζει να επιτελείται ανάμεσά μας, όμως, μυστηριακά. Τα μυστήρια της Εκκλησίας γίνονται τα μέσα με τα οποία παροντοποιείται ο Χριστός ανάμεσά μας. Διά των μυστηρίων μάς αγγίζει και τον αγγίζουμε μεταδίδοντάς μας τη Ζωοποιό Ενέργειά Του.

Η Θεία Ευχαριστία, ως το αποκορύφωμα των μυστηρίων, γίνεται ο τρόπος με τον οποίο αγγίζουμε το πανάσπιλο και πανακήρατον σώμα του Δεσπότου Χριστού. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικές γι’ αυτή μας την διαπίστωση οι ευχές της Θείας Μεταλήψεως, που καλούν τον κάθε πιστό να «προσέλθει» και να αγγίξει το σώμα του Κυρίου. Βέβαια, αυτή η Κοινωνία και Αφή του Χριστού δεν έχει άλλο στόχο από να Καθαρίσει, να Λαμπρύνει και να Εξαγιάσει «τὸν προσερχόμενον καὶ ἁπτόμενον».

Από την άλλη, δια της ευχαριστιακής αφής του Κυρίου δεν πραγματώνεται αυτόματα και μαγικά ο Αγιασμός του ανθρώπου. Καθότι κανένα μυστήριο δεν ενεργεί μαγικά. Ο Κύριος μάς αγγίζει δια της Θείας Ευχαριστίας, αλλά εξαρτάται από την προσωπική και εσωτερική κατάσταση του καθενός αν θα προβεί σωτήριο ή μη το άγγιγμα.

Στην ευαγγελική περικοπή η στάση των Ιουδαίων, μόλις επιτελέστηκε το Θαύμα της Αφής, είναι πέρα για πέρα Θεσμική. Δηλαδή, προσκολλημένη στο Θεσμικό Τυπικό, που δεν επέτρεπε την οποιαδήποτε δραστηριότητα, και δη θαυματουργική, την ημέρα του Σαββάτου. Μια παρόμοια Θεσμική και μόνο προσέγγιση προς το μυστήριο της Αφής του Χριστού κατά τη Θεία Ευχαριστία δεν μας θεραπεύει ούτε μας αγγίζει. Ο Χριστός πολεμά τη στείρα θεσμοποίηση και ζητά τη μετάβαση προς την Ουσία. Δεν θέλει τον τυπολάτρη και τον υποκριτή, καθότι αυτά τα υπερβαίνει η «Καινή» Διαθήκη Του προς την ανθρωπότητα.

Συνεπώς, για να ζήσει κανείς το μεγαλείο του αγγίγματος που δέχτηκε η συγκύπτουσα γυναίκα του σημερινού ευαγγελίου, χρειάζεται να ετοιμαστεί, ώστε να ανορθωθεί και να αναστηθεί δια της Θείας Ευχαριστίας. Απαιτείται η συνειδητή και χαρισματική μετοχή στη Θεία Ευχαριστία, ώστε να μην αντιγράφουμε Ιουδαϊκές «Τυπικίστικες» νοοτροπίες. Γι’ αυτό, αφού Χριστούγεννα πλησιάζουν, ας αγωνιστούμε τον «καλὸν ἀγώνα» όσο καλύτερα μπορούμε ο καθένας ξεχωριστά, ώστε να δεχτούμε μέσα μας το άγγιγμα του Θεανθρώπου Χριστού της Βηθλεέμ.