loading...
Ιεροδιακόνου Ιωάννου Χατζημιχαήλ, Λόγος στους Αγίους 318 Θεοφόρους Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου
agiwn-paterwn-666x399-1.jpg

Τα πρώτα χρόνια της εξάπλωσης του Χριστιανισμού η Αγία Εκκλησία μας έχει να επιδείξει πληθώρα Αγίων μαρτύρων που πότισαν με το αίμα τους τη ρίζα της Ορθοδόξου Πίστεως. Πολυάριθμοι μάρτυρες αρνούμενοι να θυσιάσουν στα είδωλα και να προδώσουν τη μία, μοναδική και αληθινή πίστη του Χριστού δεν δίστασαν να χάσουν ακόμα και τη ζωή τους. Μετά την ανάληψη της εξουσίας της αυτοκρατορίας από τον Μέγα Κωνσταντίνο, ο Χριστιανισμός βγήκε από τις «κατακόμβες» και άρχισε μια νέα περίοδος κατά την οποία οι επίσημοι διωγμοί κατά των Χριστιανών είχαν προσωρινά καταλαγιάσει.

Ο μισόκαλος εχθρός, όμως, που δεν μπορεί να υποφέρει την πρόοδο των ανθρώπων στην επίγνωση της αληθείας, δεν έμεινε άπρακτος, αλλά άρχισε να προκαλεί διαμέσου των οργάνων του ταραχές μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας. Συγκεκριμένα, ο Άρειος, χριστιανός κατά το όνομα και μάλιστα πρεσβύτερος στην Εκκλησία της Αλεξάνδρειας, κινούμενος από κενοδοξία και φιλαργυρία, άρχισε να διαδίδει αιρετικές δοξασίες αντίθετες προς τα Ορθόδοξα Αποστολικά δόγματα. Ο φρενοβλαβής, λοιπόν, Άρειος παραληρούσε ότι ο Υιός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας και ομοουσίου Τριάδος, είναι κτίσμα και δημιούργημα και ότι κάποτε δεν υπήρχε. Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με την Ορθόδοξη θέση της ομοουσιότητος του Υιού με τα άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, ότι δηλαδή ο Υιός είναι ομοούσιος, συνάναρχος και συναΐδιος με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Ο Άρειος, δηλαδή, κήρυττε κάτι εντελώς διαφορετικό και αιρετικό απ’ αυτό που ο ίδιος ο Χριστός μάς αποκάλυψε.

Ο αγιώτατος, τότε, πρόεδρος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας, επίσκοπος Αλέξανδρος, βλέποντας να διαδίδεται και εκτός Αιγύπτου η αίρεση του Αρείου σαν επιδημική νόσος, προσπάθησε, αρχικά, να νουθετήσει τον Άρειο και, αφού είδε ότι τίποτα δεν γίνεται, γνωστοποίησε το γεγονός στους υπόλοιπους αρχιερείς και στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο. Ο αυτοκράτορας το 325 μ.Χ προσκάλεσε με έγγραφα επισκόπους απ’ όλη την επικράτεια, για να συγκεντρωθούν στη Νίκαια της Βιθυνίας να εξετάσουν το θέμα που προέκυψε.

Στη Νίκαια, λοιπόν, μαζεύτηκαν 318 θεοφόροι Πατέρες ανάμεσα στους οποίους πολλοί διέπρεπαν με αποστολικά χαρίσματα ενώ άλλοι ήταν σημειοφόροι. Λαμπρά παραδείγματα ο όσιος Ιάκωβος Νισσιβηνών, ο οποίος απελευθέρωσε πολλούς από διάφορα νοσήματα (μάλιστα ανέστησε και νεκρούς), ο Άγιος Παφνούτιος ο θαυματουργός, ο Άγιος Νικόλαος Μύρων, ο Μέγας Αθανάσιος, ο δικός μας, Άγιος Σπυρίδωνας, επίσκοπος Τριμυθούντος, που αν και αγράμματος μετέδωσε τη Χάρη του Θεού και τα Ορθόδοξα δόγματα, όπως και τόσοι άλλοι πατέρες κατά τη διάρκεια της Συνόδου. Πολλοί, μάλιστα, έφεραν στα σώματά τους πρόσφατες πληγές, τραύματα και ακρωτηριασμένα μέλη, ένεκα των διωγμών και της αγάπης τους για τον Χριστό, όπως ο ομολογητής Άγιος Παύλος Νεοκαισαρείας, ο οποίος παρουσιάστηκε στη Σύνοδο με ακρωτηριασμένα μέλη. Ο Μέγας Κωνσταντίνος βλέποντας τη χορεία αυτή των Αγίων Πατέρων ασπαζόταν ευλαβικά τα τραύματα και τις πληγές των Αγίων θέλοντας να αντλήσει ευλογία και Χάρη.

Οι Άγιοι Πατέρες ενδυναμούμενοι από το Άγιο Πνεύμα προχώρησαν στην εξέταση και αποσαφήνιση της Ορθοδόξου Πίστεως και συνέταξαν ένα κείμενο (τα πρώτα άρθρα του «Συμβόλου της Πίστεως») καταργώντας με κάθε άρθρο το ανάλογο αιρετικό φρόνημα. Επίσης θέσπισαν να εορτάζεται κοινώς το Πάσχα απ’ όλους τους Ορθοδόξους και εξέδωσαν κανόνες για διάφορα εκκλησιαστικά θέματα οι οποίοι μαζί με τα προηγούμενα αποτέλεσαν τον τόμο της Ορθοδοξίας. Ο τόμος επικυρώθηκε με τις υπογραφές των Πατέρων.

Τα θαυμαστά γεγονότα δεν σταμάτησαν ακόμα και μετά την υπογραφή του τόμου. Δύο από τους Πατέρες δεν πρόλαβαν να υπογράψουν τον τόμο και έφυγαν κατά πρόνοια Θεού απ’ αυτή τη ζωή. Αυτοί ήταν οι Όσιοι επίσκοποι Χρύσανθος και Μουσώνιος. Οι υπόλοιποι Πατέρες είχαν τοποθετήσει στα λείψανα των δύο αυτών Αγίων ανδρών τον τόμο της Ορθοδοξίας και με πίστη τους παρακάλεσαν να υπογράψουν τον τόμο, αν αυτός είναι θεάρεστος. Την επόμενη μέρα οι Πατέρες πήραν τον τόμο ασφαλισμένο, όπως τον είχαν αφήσει, τον άνοιξαν και με θαυμασμό αντίκρυσαν στο εσωτερικό τις υπογραφές των δύο κοιμηθέντων Οσίων, μαζί με τις δικές τους, κι έτσι, δόξασαν τον Θεό. Τόσα και άλλα πολλά θαύματα έγιναν με τη Χάρη του Θεού.

Οι Άγιοι Πατέρες εγκατέλειψαν τη Νίκαια και σαν ρυάκια του ποταμού της Ορθοδοξίας έτρεξαν να ποτίσουν τις διψασμένες ψυχές των ανθρώπων και να σβήσουν τις φλόγες της κακοδοξίας του Αρείου. Οι Άγιοι Πατέρες έλκυσαν με τη βιοτή τους τη Χάρη του Αγίου Θεού. Αξιώθηκαν ειρηνικού τέλους, παρά τις κακουχίες που πέρασαν στους διωγμούς. Πολλοί από αυτούς αξιώθηκαν της αφθαρσίας τους σκήνους τους, όπως ο Άγιος Σπυρίδων Τριμυθούντος, ο Λεόντιος Καισαρείας κ.ά.

Η Αγία Εκκλησία μας εορτάζει με κάθε λαμπρότητα τους Αγίους 318 θεοφόρους Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου την έβδομη Κυριακή από το Πάσχα, δηλαδή την Κυριακή μετά την Πέμπτη της Αναλήψεως. Καθόλου τυχαία την εορτάζει αυτή τη μέρα ως συνέχεια της χαρμόσυνης περιόδου της Αναστάσεως, αφού η ημέρα τιμής των Αγίων 318 Πατέρων είναι ημέρα νίκης της Ορθοδοξίας απέναντι στην κακοδοξία και ημέρα χαράς. Επίσης, συνδέεται και με τη επόμενη Κυριακή (της Πεντηκοστής), ημέρα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος επί των Αγίων Αποστόλων. Οι Άγιοι Πατέρες, σαν άλλοι Απόστολοι, κινούμενοι από το ίδιο και αυτό Πνεύμα απέκρουσαν τις κακοδοξίες και κήρυξαν την Ορθόδοξη πίστη του Τριαδικού Θεού μας.

«Ταῖς τῶν ἁγίων τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ θεοφόρων Πατέρων πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν».

« Ὡς Υἱὸν καὶ Λόγον σε τοῦ Θεοῦ, Σύνοδος ἡ Πρώτη, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, ὀρθῶς σε κηρύττει, τὸν δι’ ἡμᾶς παθόντα, καὶ λύει τοῦ Ἀρείου, Σῶτερ τὸ φρύαγμα». (Μεγαλυνάριο των Αγίων)

Πηγή: «Λόγος εἰς τοὺς τιη΄ (318) Ὁσίους θεοφόρους Πατέρας καὶ εἰς Κωνσταντῖνον τὸν εὐσεβέστατον Βασιλέα», Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, Γ΄ Έκδοση, Άγιον Όρος, σελ 93.