loading...
Χριστούγεννα στον ΜωραϊτίδηΚωνσταντίνου Κουτούμπα
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ

Χριστούγεννα στον Μωραϊτίδη

 

του Κωνσταντίνου Κουτούμπα[1],

Υπ. Διδ. Θεολογίας

 

Μια από τις μεγάλες Δεσποτικές εορτές της Εκκλησίας μας που συγκινούσε ιδιαίτερα τον έτερο λογοτέχνη της Σκιάθου, τον τριτεξάδελφο του Παπαδιαμάντη Αλέξανδρο Μωραϊτίδη(1850-1929), είναι και αυτή των Χριστουγέννων. Με οδηγό τα διηγήματά του και τις ταξιδιωτικές του περιγραφές, θα περιηγηθούμε στα όσα καταγράφει ο Μωραϊτίδης σχετικά με τα Χριστούγεννα, όπου μεταξύ άλλων παρατίθεται το πώς βιώνονται αυτά από τη μικρή κοινότητα της Σκιάθου.

  Ο Μωραϊτίδης αφιερώνει 10 διηγήματα στα Χριστούγεννα. Αυτά είναι οι ΕικόνεςΤα ΦαντάσματαΗ Θεια-Μυγδαλίτσα, το Καθ’ εμπίδιο για καλό, τα Χριστούγεννα στον ύπνο μουο ΑναποδιασμένοςΗ ιστορία μιας τυρόπιττας, τα Χριστούγεννα στις Τρεις Μπούκεςο Δεκατιστής, και ο Σκαλικάτζαρος.


Το 1884 ο διευθυντής της εφημερίδας Ακρόπολις Βλάσης Γαβριηλίδης ανέθεσε στον Μωραϊτίδη να περιγράψει τη Χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα στην αθηναϊκή αγορά, παραμονή των Χριστουγέννων. Ο Μωραϊτίδης, παρότι το κατόρθωσε αυτό και μάλιστα ‘‘πολὺ ἐπιτυχῶς’’[2], δεν είχε ικανοποιηθεί από αυτά που έγραψε. Τίποτε δεν του θύμιζε την αγνότητα των παιδικών του χρόνων, τη πνευματική χαρά και ευφροσύνη που ζούσαν οι άνθρωποι του νησιού του. Μπροστά στην τρικυμία της αγοράς, δεν εντυπωσιάστηκε από την εμπορική κίνηση και τα πλουσίως προσφερόμενα είδη, καθώς απουσίαζε η πραγματική χαρά, το πνεύμα της γιορτής. Όταν ο Γαβριηλίδης επαίνεσε το άρθρο του, ο Μωραϊτίδης λυπημένος απάντησε πως ‘‘ἐκεῖνο ὅμως ὁποὺ ἤθελα, δὲν τὸ εἶδα! Ναί, δὲν τὸ εἶδα! Δὲν ἐκατάλαβα διόλου ὅτι ἐξημέρωναν Χριστούγεννα!’’[3]. Στα μάτια του η παραμονή των Χριστουγέννων στη Αθήνα δεν διέφερε από οποιαδήποτε άλλη ημέρα του χρόνου. Και αυτό γιατί έλειπε από τις συνειδήσεις των ανθρώπων το πνεύμα των Χριστουγέννων. Η έλλειψη αυτή, που συνοδευόταν από μια διάθεση νοσταλγίας για το αγαπημένο του νησί, όπου η λειτουργική παράδοση παρέμενε ζωντανή και ενέπνεε μια γιορτή τόσο οικογενειακή, τον ώθησε να συγκεντρώσει σε μια επιφυλλίδα τις χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων, στις οποίες έδωσε τον τίτλο Εικόνες.

Βέβαια, όπως ο ίδιος σημειώνει στα Προλεγόμενα της έκδοσης των διηγημάτων του το 1927, αισθανόταν ότι οι Εικόνες του δεν είχαν ζωή. Και αυτό γιατί δεν αρκούνταν στην απλή καταγραφή παραδόσεων και εθίμων. Είχε ανάγκη μιας βαθύτερης ψυχικής διεργασίας. Η βαθειά νοσταλγία του για τη πατρίδα του και τα έθιμά της πήγαζε από την ίδια τη στέρηση της εν Χριστώ ζωής, όπως αυτή σαρκωνόταν στο λειτουργικό Σώμα του νησιού του και διαπότιζε τη ζωή των κατοίκων του.   

Οι Εικόνες του απέκτησαν ζωή και κίνηση ‘‘πλουσιωτάτη’’, όταν το 1886 επέστρεψε όπως είδαμε πιο πάνω στη Σκιάθο και παρέμεινε ‘‘δύο σωστοὺς χρόνους’’[4]. Η λειτουργική ζωή του νησιού του έδωσε πνοή ‘‘αὔρας λεπτῆς’’[5] στα συγγράμματά του. Τα τελευταία θα αποκτήσουν  οικουμενικό χαρακτήρα, αποδεσμευμένα από τοπικά και εθνικά όρια,  ‘‘τοῦ Γένους εἰκόνες καὶ ἰνδάλματα’’[6], μετά τις περιηγήσεις του στα Ορθόδοξα Προσκυνήματα της Ανατολής.

Στις Εικόνες των Χριστουγέννων ο Μωραϊτίδης μας μεταφέρει στη Σκιάθο και στα παιδικά του χρόνια, την παραμονή των Χριστουγέννων, απευθυνόμενος σε συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό: σε όσους έχουν ανατραφεί με τις εθνικές μας παραδόσεις, ‘‘ὅτε ἡ πατρὶς ἡμῶν δὲν εἶχε ἄλλα στοιχεῖα πολιτισμοῦ πλὴν τῆς πίστεως καὶ τῶν ἐθίμων’’ και δεν είχε αρχίσει ακόμη η μετάλλαξή της ‘‘ἐν μέσῳ τοῦ ἀλλοφύλου πολιτισμοῦ’’‘‘εἰς ἐψωριασμένην τινὰ σάρκα’’[7].

Μας περιγράφει την απερίγραπτη χαρά όλου του χωριού εν αναμονή της χαρμοσύνης των Χριστουγέννων. Το χωριό είναι πάλλευκο καθώς τα σπίτια λάμπουν φρεσκοασβεστωμένα. Οι γυναίκες ετοιμάζουν τις τελευταίες λεπτομέρειες στις ενδυμασίες τους. Οι ναύτες προσδένουν με ασφάλεια τα πλοία τους μαζί με τους ψαράδες οι οποίοι έχουν σταματήσει από μέρες να ψαρεύουν, ‘‘διότι πάντες νηστεύουσι’’[8]. Ο μόνος που δεν επισπεύδει είναι ο βοσκός, ο οποίος αφού μεταλάβει θα επιστρέψει στο κοπάδι του να περιποιηθεί τα νεογέννητα.

Κατόπιν, μας μεταφέρει μπροστά από το τζάκι, όπου ο ‘‘γηραιὸς πάππος’’ διηγείται τον Χριστουγεννιάτικο μύθο των καλικαντζάρων στα εγγόνια του, με την οποία διασκεδάζει τη νηστεία τους και τα προετοιμάζει για τα Χριστούγεννα[9].

Στην τρίτη εικόνα βλέπουμε τις ετοιμασίες της παραμονής των Χριστουγέννων. Οι γυναίκες αφού ασβεστώσουν τελευταίο το κατώφλι του σπιτιού, καταγίνονται με το στολισμό του σπιτιού όπου στρώνουν τα καλά κιλίμια, τοποθετούν μεταξωτές πετσέτες και πορσελάνινα πιάτα στους τοίχους και αρχίζουν να ζυμώνουν στο χαμηλό σοφρά χριστόψωμα και κοκκώνες, μια για κάθε παιδί του σπιτιού. Την ησυχία διακόπτουν οι άγριες φωνές των κρεοπωλών, οι οποίοι άνοιξαν ‘‘τὰς ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας κεκλεισμένας πύλας’’[10] των μαγαζιών τους. Κύριο έδεσμα το χοιρινό κρέας. Όλα είναι τόσο καθαρά και αγνά ώστε προσέχουν ακόμη και τους χοίρους, να είναι ‘‘καθαροὶ-καθαροὶ’’[11], από τα ορεινά βοσκοτόπια και όχι πνιγμένοι στη λάσπη. Άμωμη θυσία στη χαρά της οικογένειας.

Με τη δύση του ηλίου, όλο το χωριό ησυχάζει καθώς αναπαύεται για την αγρυπνία. Το μόνο που ακούγεται είναι η χύτρα με τη σούπα που βράζει και το ταχύ βάδισμα των παιδιών τα οποία αφού έψαλαν τα κάλαντα τρέχουν να μοιραστούν τα κέρδη[12].  


Τα μεσάνυκτα θα χτυπήσουν χαρμόσυνα οι καμπάνες. Το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Μωραϊτίδης βρίσκεται δίπλα στο Μητροπολιτικό Ναό των Τριών Ιεραρχών, και μέσα σε αυτόν θα γαλουχηθεί στα νάματα της ορθοδοξίας. Θυμάται με νοσταλγία την καμπάνα της ενορίας του, τον αγαπητό του σύντροφο. ‘‘Ὦ τῆς ἐνορίας μου κώδων! Ἀγαπητέ μου σύντροφε, ὅστις καθ᾿ ἑκάστην πρωίαν μ᾿ ἐξήγειρες τοῦ ὕπνου, καὶ ὅστις πρῶτος μὲ ἐδίδαξες τὴν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ! Νομίζω ὅτι σὲ ἀκούω, ὅτι ὁ γλυκὺς ἐκεῖνος ἦχος σου ὡς ἀντιλάλημα ἡδονικῆς μουσικῆς εἰσδύει εἰς τὰ βάθη τῆς καρδίας μου. Καὶ μετὰ τόσα ἔτη, ἅτινα μ᾿ ἐγήρασαν πλέον, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶμαι εἰς τὰς νεανικάς μου ἡμέρας καὶ ὅτι τὸ μακρὸν τῶν ἐτῶν μου διάστημα εἰς μίαν στιγμὴν διατρέχει τὸ ἀντιλάλημα τοῦ ἤχου σου. Τὸ χωρίον πάραυτα ἐγείρεται’’.[13]


Όλη η οικογένεια θα σηκωθεί να ετοιμαστεί για την Εκκλησία. Οι μητέρες και τα παιδιά στολίζονται, ενώ ο πατέρας ‘‘εἶναι φαιδρότατος σήμερον, λησμονεῖ τὸν κόσμον καὶ τὰς οἰκογενειακὰς στενοχωρίας. Ὅλος χαρὰ καὶ ὅλος ἀγαθότης πορεύεται εἰς τὴν ἐκκλησίαν’’[14].

 Σε λίγο θα βρίσκεται ‘‘Ὅλον τὸ χωρίον ἐκεῖ’’, στην εκκλησία. Ο Ναός ακτινοβολεί, με τους ιερείς να φορούν ‘‘τὰς πλέον χρυσᾶς στολάς των’’ και τους πιστούς να προσεύχονται ‘‘σιωπηλοὶ ὡς οἱ θεαταὶ πρωτοφανοῦς θεάματος, ὅπερ πρώτην φορὰν παρουσιάζεται εἰς τὸν κόσμον. Χριστὸς γεννᾶται!’’[15]


Οι πιστοί, μετέχοντας στο κοινό ποτήριο, μετέχουν στα ίδια τα γεγονότα της θείας Οικονομίας, μέσα από τις εορτές του λειτουργικού χρόνου. Η χαρμόσυνη αναφώνηση του Χριστὸς γεννᾶται μοιάζει να συνδέει ‘‘αὐτοστιγμεὶ πάντα τὸν ὀρθόδοξον ἑλληνικὸν κόσμον’’. Μπροστά στο θαύμα της Ενσαρκώσεως καλούνται οι άθεοι να σιωπήσουν, καθώς  ‘‘ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ τυραννισμένῃ ζωῇ της ἠγάπησε καὶ ἐλάτρευσε πάντοτε τὴν πίστιν καὶ τὴν ἐλπίδα.’’[16] Άγγελοι και άνθρωποι μένουν εκστατικοί μπροστά στη συγκατάβαση του Θεού να γίνει άνθρωπος, ώστε ο άνθρωπος να θεοποιηθεί. Οι ύμνοι θα εμπνεύσουν τους πιστούς. Ο ευσεβής γλύπτης η ζωγράφος μετά τη θεία λειτουργία ‘‘θὰ δημιουργήσῃ τὸ θαυμαστότερον αὐτοῦ καλλιτέχνημα’’ το οποίο ‘‘ἤδη τὸ συνέλαβεν ὑπὸ τοὺς βοΰζοντας βυζαντινοὺς θόλους’’ και ο φιλόσοφος ο οποίος ‘‘κλίνει τὸ γόνυ πρὸ τῆς Εἰκόνος τοῦ Θεοῦ-Παιδὸς’’ θα ζητήσει συγγνώμη ‘‘ἀναγνωρίζων τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Ὑψίστου καὶ τὴν περὶ τοῦ κόσμου θείαν αὐτοῦ ΠρόνοιανΘὰ ἐξέλθῃ φιλοσοφώτερος ἑαυτοῦ’’[17].

  Πέμπτη χριστουγεννιάτικη εικόνα το γιορτινό τραπέζι, το οποίο στρώνουν μετά τη θεία Λειτουργία, την αυγή, μπροστά από την εστία. Τα παιδιά παρατάσσονται νηφάλια ‘‘ὅσον οὐδέποτε’’ με ‘‘τὴν ἀρτοφυῆ κοκκώναν, ἥν καὶ ἐδάγκασαν ἤδη ἐκεῖ εἰς τὰ στρογγυλὰ μάγουλα’’, ενώ το χοιρινό στη σούβλα ‘‘λάμπει ἐν μέσῳ νεφῶν καπνοῦ ἑλισσομένου ἐν τῇ ἑστίᾳ’’. Σε λίγο θα το παραθέσουν στο τραπέζι ‘‘πρὸς μεγάλην ἔκπληξιν τῶν παιδίων’’[18].

Ανάλογη απλότητα με αυτή των παιδιών ακολουθούσε και το οικογενειακό τραπέζι, που συνίστατο από τρία πράγματα: Από ‘‘τό Χριστόψωμον’’, …‘‘τόν ὀβελόν τοῦ χοιρινοῦ, στρεφόμενον ἐν τῇ ἀσβεστωμένῃ ἑστία, καί τέλος τό εὐφρόσυνον κρασοβόλιον’’.[19]

Τέτοια ήταν η χαρά όλων που μετά τη λήξη του γεύματος ‘‘ἐν σπανίᾳ χαρμονῇ οἰκογενειακῇ’’, το μικρό εγγόνι θα ρωτήσει τον παππού του:

‘‘-Καὶ αὔριον, παπποῦ, θὰ ξυπνήσουμε πάλι τὴν νύκτα νὰ φᾶμε;

 -Τοῦ χρόνου πάλι, παιδιά, τοῦ χρόνου, τὰ Χριστούγεννα πάλιν.

-Θ᾿ ἀργήσῃ πολὺ νὰ ᾿ρθῇ τοῦ χρόνου, παπποῦ;

-Πολύ.

-Πόσο, παπποῦ;

-Θὰ περάσῃ ἕνας χρόνος.

 -Τί θὰ πῇ, παπποῦ, χρόνος;

-Αὐτὸ θὰ τὸ μάθετε, παιδιά, σὰν μεγαλώσητε καὶ γεράσητε.

-Ἐγὼ ἤθελα νά ᾿ναι ὅλο Χριστούγεννα.’’[20]

Μόνη αντίθεση στην όλη ευφρόσυνη ατμόσφαιρα αποτελεί το σπίτι νεαρής κόρης, αστόλιστο και με σβηστό το τζάκι. Τίποτε δεν θυμίζει τη χαρά της γιορτής. Η νέα κάθεται μόνη της και προσεύχεται ‘‘πρὸ τοῦ εἰκονοστασίου’’, όπου ‘‘μόνον ἡ ἀκοίμητος κανδήλα πρὸ τῶν μαυρισμένων Εἰκονισμάτων της ρίπτει τὸ χλωμόν της φῶς εἰς τὸ χλωμότερόν της πρόσωπον’’. Προσεύχεται για τον άνθρωπό της, ‘‘τὸν ἀδελφόν, τὸν μνηστῆρα, τὸν  σύζυγον’’, ο οποίος δεν μπόρεσε να επιστρέψει για τα Χριστούγεννα, όπως όλοι οι ναυτικοί συνήθιζαν[21]....

[1] . Ομιλία που πραγματοποιήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο των Ενοριών Σκιάθου, στις 9 Δεκεμβρίου 2012.

[2] . Αλ. Μωραϊτίδη, Τα Διηγήματα, τόμ. Α΄, Προλεγόμενα, εκδ. «Γνώση και Στιγμή», Αθήναι 1990, σ. 43.

[3] . Όπ. π., σ. 44.

[4] . Όπ. π., σ. 59.

[5] . Γ’. Βασιλ. 9, 12.

[6] . Όπ. π.

[7] . Όπ. π., σ. 45.

[8] . Όπ. π., σ. 46.

[9] . Όπ. π., σσ. 46-47.

[10] . Όπ. π., σ. 48.

[11] . Όπ. π.

[12] . Όπ. π.

[13] . Όπ. π.

[14] . Όπ. π.

[15] . Όπ. π.

[16] . Όπ. π.

[17] . Όπ. π., σ. 49.

[18] . Όπ. π.

[19] . Αλ. Μωραϊτίδη, Τα Διηγήματα, τόμ. Β’, Ο Δεκατιστής, εκδ. «Γνώση & Στιγμή», Αθήνα 1991, σ. 117.

[20] . Αλ. Μωραϊτίδη, Τα Διηγήματα, τόμ. Α΄, Προλεγόμενα, εκδ. «Γνώση και Στιγμή», Αθήναι 1990, σσ. 50-51.

[21] . Όπ. π., σ. 50.

Πηγή: http://skiathosiconography.blogspot.com/2012/12/blog-post_3243.html

Loading
© 2011 - 2022 ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΙΤΙΟΥ.
Made by