loading...
ΟΣΙΟΣ ΔΑΝΙΗΛ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ
o-osios-danihl-katounakiwths-k.-koutoumpa.jpg

Ο ΟΣΙΟΣ ΔΑΝΙΗΛ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ (1844-1929) ΚΑΙ

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ (1851-1929) – ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ

Κωνσταντίνου Κουτούμπα, Θεολόγου

Ἡμέρα χαρᾶς ἡ εὐώνυμος, γιὰ τὸν Ἁγιορειτικὸ Μοναχισμό, τὸν φιλαγιορειτικὸ κόσμο καὶ ἐν γένει τὸ πλήρωμα τῶν Ὀρθοδόξων κατὰ τὴν ὁποία ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀποφάσισε τὴν Ἁγιοκατάταξη τριῶν μεγάλων μορφῶν τοῦ νεώτερου ἐν Ἁγίῳ Ὄρει μοναχισμοῦ, τοῦ Γέροντος Ἰωσὴφ τοῦ ἡσυχαστοῦ καὶ τῶν ἀσκητῶν Ἐφραὶμ τοῦ Κατουνακιώτου καὶ Δανιὴλ τοῦ Κατουνακιώτου. Τὴν Ἁγιοκατάταξή τους εἴχε προαναγγείλει ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός μας Πατριάρχης, κ. κ. Βαρθολομαῖος, τὸν Ὁκτώβριο τοῦ ’19, κατὰ τὴν ἐπίσκεψή του στὸ Ἅγιον Ὄρος.

Ἀπὸ τοῦς τρεῖς, ὁ Ὅσιος, πλέον, τῆς Ἐκκλησίας μας, Δανιὴλ Κατουνακιώτης, συνδέεται μὲ τὸ μικρὸ νησὶ τῆς Σκιάθου καὶ συγκεκριμένα μὲ τὸν ἄλλο Ἀλέξανδρο, τὸν ἕτερο λόγιο τοῦ νησιοῦ, τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη.

Ὁ Ὅσιος Δανιὴλ Κατουνακιώτης γεννήθηκε στὴν Σμύρνη τὸ 1844 ἀπὸ εὐλαβικὴ πολύτεκνη οἰκογένεια. Ἦταν ἀπόφοιτος τῆς Εὐαγγελικῆς Σχολῆς τῆς Σμύρνης. Φίλος τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς προσευχῆς ἐξέφρασε στὸν πνευματικό του τὴν ἐπιθυμία νὰ γίνῃ μοναχός. Μὲ τὴν προτροπὴ καὶ του Ὁσίου Ἀρσενίου τῆς Πάρου, μετέβη στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ἡ ὁποία κατοικοῦνταν ἀκόμη ἀπὸ ἑλληνικὴ συνοδεία. Στὴν ἴδια μονὴ εἶχε καρεῖ μεγαλόσχημος μοναχὸς καὶ ὁ σκιαθίτης Ἱερομόναχος Διονύσιος Ἐπιφανίου «ὁ Γέρων», υἱὸς τοῦ λογίου Ἐπιφανίου Δημητριάδη, Διδασκάλου τοῦ Γένους[1]. Ὁ ἡγούμενος ἐκτίμησε τὰ χαρίσματα τοῦ Δανιὴλ καὶ τὸν τοποθέτησε γραμματέα τῆς Μονῆς.

Δυστυχῶς, ὅμως, ὁ ὅσιος Δανιὴλ βρέθηκε μέσα στὴν δίνη τοῦ ῥωσικοῦ ἐπεκτατισμοῦ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅταν, ἡ ἑλληνικὴ συνοδεία τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος σταδιακὰ ἀπομονώθηκε ἀπὸ τὸν ἑσμὸ τῶν ῥώσων μοναχῶν ποὺ κατέφθαναν ἐκεῖ, καὶ ἐν τέλει μετὰ ἀπὸ φιλονικίες μαζί τους, ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴ Μονή.

Τὴν περίοδο αὐτὴ τὸ Ἅγιον Ὄρος ταλαιπωροῦνταν ἀπὸ τὴ ῥωσικὴ ἐπεκτατικὴ πολιτική που ἐνισχυόταν ἀπὸ τὸ φαινόμενο τοῦ Ἐθνικισμοῦ. Ῥώσοι μοναχοὶ κατέφθαναν στὸ Ὄρος καθημερινὰ καὶ διεκδικοῦσαν νὰ καταλάβουν ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερα μοναστήρια καὶ σκῆτες στὴν κυριαρχία τους. Ἡ ἀθρόα προσέλευση τῶν Ῥώσων στὴ χερσόνησο τοῦ Ἄθω θορυβοῦσε ἰδιαίτερα τοὺς Ἕλληνες πατέρες, καθὼς οἱ πρῶτοι ἀποκτοῦσαν ἀριθμητικὴ ὑπεροχὴ σὲ ὅσα ὑποστατικὰ ἐπενοικίαζαν. Ὁ Μωραϊτίδης κατὰ τὴν ἐπίσκεψή του στὸν Ἄθωνα, ἐντοπίζει αὐτὴ τὴν κατάσταση καὶ τὴν στηλιτεύει. Ὡστόσο, σὲ σχετικὴ σημείωσή του ἀναφέρει ὅτι οἱ Ῥῶσοι πατέρες, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ὑπῆρχαν καὶ ἐνάρετοι, ἔπεφταν πολλὲς φορὲς θύματα τῆς προπαγάνδας: «…περὶ ἐγκαταστάσεως τῶν Ῥώσων ἐν Ἄθωνι ἐγράψαμεν μὲ κάποιαν λεπτομέρειαν ὄχι διὰ νὰ ἐγγίσωμεν τοὺς ἀγαθοὺς ὁμοθρήσκους μας, οἵτινες φυλάττουσιν εὐλαβῶς τὰς βυζαντινάς μας ἃς παρέλαβον παραδόσεις, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποκαλύψωμεν τὴν πονηρίαν τῶν διαφόρων πανσλαβιστικῶν ἑταιρειῶν, ὧν γίνονται θύματα οἱ ἁπλοϊκοὶ καὶ εὐλαβέστατοι μοναχοί».[2]

Τὸ σχέδιό τους ἦταν πολὺ ἁπλό. Ἀρχικὰ παρουσιαζόταν ἕνας μοναχὸς ὁ ὁποῖος νοίκιαζε ἕνα ὑποστατικὸ μιᾶς μονῆς, συνήθως τῶν μονῶν οἱ ὁποῖες εἶχαν ἀνεξόφλητα χρέη καὶ ποὺ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐλαστικὲς πρὸς τοὺς χρεώστες τους. Κοντὰ σὲ αὐτὸν ἄρχισαν νὰ συγκεντρώνονται καὶ ἄλλοι ὁμοεθνεῖς του, καὶ ὁ ἀριθμός τους γρήγορα ἐκτοξευόταν, παρὰ τὶς συμφωνίες ποὺ εἶχαν ὑπογράψει, καθὼς μὲ «τὴν προστασίαν τῶν μεγάλων ἐννοοῦσι νὰ παραβαίνωσι τὰς συμφωνίας»[3].

Μὲ προσποιητὴ ἀγαθοσύνη κατάφερναν νὰ ἀθετοῦν τὶς ὑποσχέσεις τους, γκρεμίζοντας τὶς παλιὲς ἐγκαταστάσεις καὶ χτίζοντας μεγαλύτερες μὲ σκοπὸ νὰ καλύψουν τὶς ἀνάγκες ὅλο καὶ περισσοτέρων μοναχῶν. «Οἱ Ῥῶσοι ὅμως ἐν τῇ γνωστῇ ἀκακίᾳ των κατορθώνουσι νὰ παραβαίνωσι τὰς συμφωνίας, διὰ νυκτὸς ἀνεγείροντες θόλους ὡραίους. Προσθέτοντες δὲ συνεχῶς νέα κτίρια περὶ τὸ παλαιὸν καὶ ἐγείροντες περίβολον πέριξ, καθιστῶσι τὰ κελλία ταῦτα εὐρυχώρους ἐξοχικὰς ἐπαύλεις»[4].

Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο καὶ ἐξασκῶντας τὴν πειθὼ κατάφεραν νὰ κυριαρχήσουν καὶ στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Ἁφοῦ κατέλαβαν ὅλα τὰ κτήρια καὶ τελευταῖο τὸ Καθολικό, ἐξοβέλισαν τὴν ἑλληνικὴ ἀδελφότητα τῆς μονῆς, ποὺ μόνο ἕνα μικρὸ μέρος της παρέμεινε μαζί τους. Στὴ Βατοπεδινὴ Σκήτη τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα καὶ τὴν Παντοκρατορινὴ τοῦ Προφήτη Ἠλία, οἱ Ῥῶσοι μοναχοὶ ἦταν πολλαπλάσιοι τῆς ἑλληνικῆς ἀδελφότητας τῆς μονῆς, πρᾶγμα ποὺ προξενοῦσε ἰδιαίτερη ἀνησυχία. Τότε «Αἱ ἑλληνικαὶ μοναὶ ἀπεφάσισαν νὰ μὴ ἐνοικιάζωσι πλέον εἰς Ῥώσους τὰ κελλία, μὴ θελγόμενοι πλέον οὔτε ἀπὸ τὴν ὑποκρισίαν των, οὔτε ἀπὸ τὰ δῶρά των, οὔτε ἀπὸ τὸ βαρὺ ἐνοίκιόν των. Προσπαθοῦσι δὲ νὰ εὕρωσι τρόπον νὰ σωθῶσι καὶ ἀπὸ τὰς ὑπαρχούσας μυρίας δυσκολίας, αἵτινες γεννῶνται ἐξ αἰτίας των εἰς αὐτοὺς καθ᾿ ἑκάστην»[5].

Ὁ Δανιὴλ συκοφαντήθηκε ὡς ὑπαίτιος καὶ τιμωρήθηκε ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μὲ ὁριστικὴ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ Ὄρος. Θὰ ὲπιστρέψει στὸν Ἄθωνα μετὰ τὴν ἐπικύρωση τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ῥώσου ἡγουμένου Μακαρίου, ἀλλὰ ὄχι στὴ Μονὴ τῆς μετανοίας του. Θὰ βρεθεῖ στὴ Μονὴ Βατοπαιδίου, ὅπου θὰ θεραπευθεῖ θαυματουργικὰ ἀπὸ χρόνιο κολικὸ νεφροῦ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἀναχωρήσει γιὰ τὴν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ τὰ θαυμαστὰ Κατουνάκια.

Ὁ Ὅσιος Δανιὴλ ἐγκαταστάθηκε στὰ Κατουνάκια τοῦ Ἁγίου Ὄρους τὸ 1881, ἱδρύοντας τὸ ἡσυχαστήριο τῆς ἀδελφότητος τῶν Δανιηλαίων. Ἐκεῖ ἀσκήθηκε μὲ πολὺ κόπο καὶ μόχθο γιὰ τὴν πνευματικὴ προκοπὴ τῶν μοναχῶν, τῶν ὑποτακτικῶν του ἀλλὰ καὶ τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν, καλλιεργῶντας τὶς χέρσες ψυχὲς μὲ τὴ Φιλοκαλία, ποὺ τὴν εἶχε ἀποστηθίσει. Μάλιστα, παρέδωσε στὴ συνοδεία του τὸ ἐργόχειρο τῆς εἰκονογραφίας, ὅπου ἀσκεῖται μέχρι καὶ σήμερα.

Ὁ Μωραϊτίδης συνδέθηκε μὲ τὸν γέροντα ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας περιοδεία τοῦ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Στοῦ Βορηᾶ τὰ κύματα, θὰ πεῖ γιὰ τὸν γέροντα Δανιὴλ τὰ ἑξῆς: «Ὅταν βγῆκα στὰ Καρούλια – Κατουνάκια, ἐνόμισα ὅτι ἔφθασα εἰς τὸν Θεόν. Ἀλλ᾿ ὅταν συνωμίλησα μετὰ τοῦ γέροντος Δανιήλ εἶπον: Τώρα εἶδον πόσον μακράν εἶμαι ἀπὸ τὸν Θεόν»[6].

Ἡ γνωριμία του μὲ τὸν γέροντα ἔπαιξε καθοριστικὸ ῥόλο στὴν προσήλωσή του στὸ μοναστικὸ ἰδεῶδες, διατηροῦσε δὲ ἀλληλογραφία μὲ τὸν Ὅσιο Δανιήλ, καθ᾿ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ζωή του. Τὸ ἀρχεῖο τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν βρέθηκε στὰ χέρια τοῦ ἀείμνηστου καθηγητοῦ θεολογίας καὶ ὀφικιάλιου Ἰωάννη Φραγκούλα, τοῦ καὶ ἱστορικοῦ τῆς Σκιάθου, τὸ ὁποῖο δυστυχῶς κάηκε μαζὶ μὲ τὸ σπίτι του τὸν Αὔγουστο τοῦ 1944, ὅταν οἱ Γερμανοὶ πυρπόλησαν τὸ χωριὸ τῆς Σκιάθου σὲ ἀντίποινα. Σώζονται, ὡστόσο, ἐπιστολὲς στὴ Σκήτη τῶν Δανιηλαίων. Ἡ παρουσία τοῦ Ὁσίου Δανιὴλ στὴν βιωτὴ τοῦ Μωραϊτίδη συνδέεται μὲ τὴν τρίτη καὶ τελευταία συγγραφική του περίοδο. Ἂν ὁ Βλάσης Γαβριηλίδης χαρακτήρισε τὴν πρώτη του συγγραφικὴ περίοδο «κοσμική, θορυβώδη καὶ γελῶσα», καὶ ἂν μᾶς ἐπιτραπεῖ νὰ χαρακτηρίσουμε τὴ δεύτερη περίοδο μεστὴ καὶ ὥριμη, ἡ τρίτη θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηριστεῖ ἡ πλέον ἀσκητική, εὐωδιάζουσα καρποὺς προσευχῆς καὶ μελέτης.

Τὸν Ἰούλιο τοῦ 1907 ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης ἐπισκέφτηκε, ὡς εἰδικὸς ἀπεσταλμένος τῆς δημοσιογραφικῆς ἑφημερίδας Ἀθῆναι, τὸ Μέγα Σπήλαιο. Τὴν τρίτη μέρα παραπάτησε καὶ ἔπεσε χτυπώντας ἄσχημα. Μεταφέρθηκε τραυματισμένος στὴν Ἀθήνα, ὅπου νοσηλεύτηκε στὸν Εὐαγγελισμό, ἔχοντας κατάγματα στὸ χέρι καὶ τὸ πόδι. Μετὰ ἀπὸ τρεῖς μῆνες νοσηλεία καὶ μὲ τὴν ἰδιαίτερη φροντίδα τῶν θεραπόντων ἱατρῶν, συνῆλθε. Σταμάτησε, ὅμως, νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὴν κοσμικὴ συγγραφή. Ὁ ἴδιος αἰσθανόταν τύψεις καὶ κατὰ κάποιο τρόπο θεώρησε βασικὴ αἰτία τοῦ ἀτυχήματος τὴν ὁλιγοπιστία του, κατὰ παραχώρηση τῆς κυρίας Θεοτόκου, ἐπειδὴ τοῦ ἦρθε «ἀστραπιαῖος λογισμὸς ἀπιστίας», ὅταν εἶδε τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Μεγαλοσπηλαιώτισσας, ποῦ θεωρεῖται ἔργο τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ, ὅπως ἐξομολογήθηκε στὸν Ὅσιο Δανιήλ. Τὴν ἐξομολόγηση τοῦ παθήματός του διέσωσε ὁ καθηγητῆς Ἰωάννης Φραγκούλας, ἀπὸ ἀπαντητικὴ ἐπιστολὴ τοῦ γέροντος Δανιήλ, γραμμένη τὴν Πρωτοχρονιὰ τοῦ 1908[7].

Ὁ γέροντας δὲν ἀποδέχθηκε ὡς αἰτία τοῦ ἀτυχήματος τὴν ὁλιγοπιστία του, τονίζοντας ὅτι ἡ Θεοτόκος γνωρίζει τὴν πίστη, τὴν εὐλάβεια, ἀλλὰ καὶ τὸν πόλεμο τοῦ λογισμοῦ, τὸν ὁποῖο, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, δέχτηκε, ἀλλὰ πολέμησε ἀμέσως. Ὡστόσο, τὸν συμβούλεψε νὰ σταματήσει «διαμπάξ» νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὴ δημοσιογραφία καὶ τὴ διηγηματογραφία, ὡς ἀκατάλληλη «διὰ τὸν πνευματικὸν βίον» του, παροτρύνοντάς τον νὰ περιορισθεῖ στὴ συγγραφὴ θρησκευτικῶν ἄρθρων, ἀπαλλαγμένων «τῶν κοσμικῶν φρονημάτων»[8].

Τὸ πάθημά του αὐτὸ ἦταν ἡ ἁφορμὴ νὰ στραφεῖ πρὸς τὸν ἐσωτερικό του κόσμο καὶ τὴ θρησκευτικὴ συγγραφή, μεταφράζοντας καὶ ἐρμηνεύοντας Πατερικὰ ἔργα, συνθέτοντας ὕμνους καὶ τροπάρια. Στὸ ἑπόμενο διάστημα θὰ συνθέσει –κατ᾿ ἐπίμονον προτροπὴν φίλων του καὶ οἰκείων ἐν τῇ πίστει- δεκατέσσερις ᾁσματικὲς Ἀκολουθίες Ἁγίων, καθὼς καὶ θὰ μεταφράσει ἔργα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ ἄλλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ λογοτέχνης Μωραϊτίδης ἐξαφανίζεται ἀπὸ τὸ προσκήνιο γιὰ τουλάχιστον δέκα χρόνια, ἕως ὅτου τὸν ἀνασύρει ὁ δημοσιογράφος Στέφανος Δάφνης, ὁ ὁποῖος τὸν προτρέπει νὰ συγκεντρώσει τὰ μέχρι τότε ἑσκορπισμένα σὲ περιοδικὰ καὶ ἑφημερίδες πονήματά του, διηγήματα καὶ ταξιδιωτικὲς περιγραφές, καὶ νὰ τὰ ἐκδώσει σὲ αὐτοτελεῖς τόμους.

Σύμφωνα μὲ μία προφορικὴ παράδοση, ποὺ σώζεται μέχρι τὶς μέρες μας στὸ νησί του, ὁ Μωραϊτίδης ἐξέφρασε στὸν γέροντα Δανιήλ, νέος ἀκόμη, τὴ βαθιὰ ἐπιθυμία του νὰ γίνει μοναχός. Τότε ὁ γέροντας Δανιὴλ τοῦ προανήγγειλε τὸν θάνατό του, 40 ἡμέρες μετὰ τὴν κουρὰ του σὲ μοναχό. Ἡ ἴδια παράδοση ἀποδίδει τὴν ἀργοπορία τοῦ Μωραϊτίδη σὲ αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν πρόρρηση.

Μετὰ τὴ μοναχικὴ κουρὰ καὶ τὸν θάνατο τῆς γυναίκας του, ὁ Μωραϊτίδης ἐπέστρεψε στὴ Σκιάθο τὸν Ἰούνιο τοῦ 1929 διατηρώντας τὸν ἴδιο πόθο, νὰ ἀφιερωθεῖ ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεὸ ὡς μοναχός καὶ νὰ ἐκπληρώσει τὸ ὄνειρο τῆς ζωῆς του. Ἡ ἐπιθυμία του ἐκπληρώθηκε τὸν Σεπτέμβριο τοῦ ἰδίου ἔτους. Εἶχε προηγηθεῖ ἡ σεπτὴ κοίμηση τοῦ Ὁσίου Δανιήλ, ἀνήμερα τῶν Γενεθλίων τῆς Θεοτόκου, στὶς 8 Σεπτεμβρίου. Στὶς 16 Σεπτεμβρίου, ὁ Ἀλέξανδρος ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἀνδρόνικος, στὸν Ἱερὸ Ναὸ Τριῶν Ἰεραρχῶν Σκιάθου, ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Χαλκίδος Γρηγόριο Πλειαθό. Ἡ παρέκβαση αὐτὴ ἀπὸ τὴν τάξη τῆς Ἐκκλησίας που δὲν προβλέπει τὴν κουρὰ σὲ ἐνοριακὸ Ναό, ἀλλὰ σὲ μοναστήρι, δὲν μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθεῖ διαφορετικὰ ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ σοφὸς ἐπίσκοπος διεῖδε ὅτι στὸ πρόσωπο τοῦ Μωραϊτίδη ἐπαληθεύονταν τὰ λόγια τοῦ θεοδόχου Συμεών «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, Δέσποτα…»[9]. Ἡ ἔνδυση τοῦ μοναχικοῦ σχήματος ὑπῆρξε ὁ σκοπός, ἀλλὰ καὶ τὸ τέλος τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη, καὶ τῶρα αὐτὸς ὁ σκοπὸς ἐκπληρωνόταν. Σαράντα μέρες, ὅμως, μετὰ τὴν κουρά του, τὸ πρωὶ τῆς 25ης Ὁκτωβρίου, ὁ μοναχὸς Ἀνδρόνικος μετέβη στὴν ἐπουράνιο βασιλεία, ἔχοντας συμπληρώσει σαράντα μέρες μοναχικῆς ζωῆς, ὅπως ἀκριβῶς τοῦ προεῖπε ὁ προορατικὸς Ὅσιος Δανιήλ[10].

ΠΗΓΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

-Ἀλ. Μωραϊτίδη, Μὲ τοῦ Βορηᾶ τὰ κύματα, Ταξείδια, περιγραφαί, ἐντυπώσεις, Ἅγιον Ὄρος, Σειρὰ Γ΄, ἐκδ. «Ἰω. Ν. Σιδέρη», ἐν Ἀθήναις 1924.

-Γρηγορίου (Ἱερομ.) Γέροντος Ἱ. Ἡσυχαστηρίου Δανιηλαίων, Γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης(1846-1929) – Ὁ σοφὸς καὶ διακριτικὸς ἁγιορείτης Γέροντας, περιοδικὸ Πεμπτουσία (Πολιτισμὸς – Ἐπιστήμες – Θρησκεία), ἐκδ. «Κέντρον Ἑλληνικοῦ καὶ Ὀρθοδόξου Πολιτισμοῦ», τεῦχος 13, Δεκέμβριος 2003 – Μάρτιος 2004.

Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου, Μέγα Γεροντικὸ ἐναρέτων Ἁγιορειτῶν τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος, ἐκδ. «Μυγδονία».

-Κων. Κουτούμπα, (ὑπὸ δημ.) Ἡ Λειτουργικὴ παράδοση στὸ ἔργο τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη.

Ἰ. Φραγκούλα, Ἀλ. Μωραϊτίδης, ὁ ἄνθρωπος – ὁ λογοτέχνης, ἐκδ. «Ἰωλκός», Ἀθήνα 1982.

-Π.Β. Πάσχου, Θυσία Αἰνέσεωςκείμενα πνευματικῶν προβληματισμῶν καὶ προσεγγίσεων, ἐκδ. «ΑΣΤΗΡ», Ἀθήναι 1978.

ΕΚ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ:

  • https://el.wikipedia.org/wiki/Γέροντας_Δανιήλ_Κατουνακιώτης_ο_Σμυρναίος#cite_note-27e7d4e7779125287916dd4e2d495b6ea9a17fa9-1

–  https://www.pemptousia.gr/2019/10/osios-daniil-katounakiotis/

https://poimin.gr/gerondaniilkatoynakiotis-1929-2019/

https://fanarion.blogspot.com/2020/03/blogpost_72.html?m=1&fbclid=IwAR2gCwS88WtwplsfG0ep01HVG1YGAp_Pdj2PiYdstDKZGUhvRgRjLshQ

Υποσημειώσεις:
[1] Ἡ εἰς μεγαλόσχημον μοναχὸν κουρὰ τοῦ Διονυσίου, καθὼς καὶ ἡ εἰς ἱερομόναχον χειροτονία του συνέβησαν πρὸ τοῦ 1836. Βλ. καὶ Παν. Ἐπιφανιάδη, Ὁ Γέροντας Διονύσιος, ἱστορική μελέτη, Ἀθήνα 1983, σσ. 71-72.
[2] Ἀλ. Μωραϊτίδη, Μὲ τοῦ Βορηᾶ τὰ κύματα ταξείδια, περιγραφαί, ἐντυπώσεις, Ἅγιον Ὄρος, Σειρὰ Γ΄, ἐκδ. «Ἰω. Ν. Σιδέρη», ἐν Ἀθήναις 1924, σ. 173, ὑποσ. 1.
[3] Ὅπ. π., σ. 172.
[4] Ὅπ. π., σ. 173.
[5] Ὅπ. π.
[6] Γρηγορίου (Ἱερομ.) Γέροντος Ἱ. Ἡσυχαστηρίου Δανιηλαίων, Γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης (1846-1929) – Ὁ σοφὸς καὶ διακριτικὸς ἁγιορείτης Γέροντας, περιοδικὸ Πεμπτουσία (Πολιτισμός – Ἐπιστήμες – Θρησκεία), ἐκδ. «Κέντρον Ἑλληνικοῦ καὶ Ὀρθοδόξου Πολιτισμοῦ», τεῦχος 13, Δεκέμβριος 2003 – Μάρτιος 2004, σσ. 104-105.
[7] Ἰ. Φραγκούλα, Ἀλ. Μωραϊτίδης, ὁ ἄνθρωπος – ὁ λογοτέχνης, ἐκδ. «Ἰωλκός», Ἀθήνα 1982, σσ. 28-29.
[8] Ὅπ. π., σ. 29. Βιογραφικὰ στοιχεῖα γιὰ τὸν Ἀλ. Μωραϊτίδη βλ. καὶ Π.Β. Πάσχου, Θυσία Αἰνέσεωςκείμενα πνευματικῶν προβληματισμῶν καὶ προσεγγίσεων, ἐκδ. «Ἀστὴρ», Ἀθήναι 1978, σσ. 154-155.
[9] Λκ 2, 29.
[10] Κ. Κουτούμπα, (ὑπὸ δημ.), Ἡ Λειτουργικὴ Παράδοση στὸ ἔργο τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη.

Ο ΟΣΙΟΣ ΔΑΝΙΗΛ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ, Κ. Κουτούμπα