loading...
Μάγους οδηγήσας εις προσκύνησίν σου...Βασίλης Βασιλείου Θεολόγος-Καθηγητής Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Αγωγής

Η απεικόνιση των τριών μάγων είναι από τις πρώτες εικόνες αφηγηματικού τύπου που κάνουν την εμφάνισή τους στην πρωτοχριστιανική τέχνη. Την εικόνα αυτή την βρίσκουμε από τα μέσα του 3ου μ. Χ. πάνω σε μια αψίδα στην Κατακόμβη της Πρισκίλλης, στην Ρώμη. Αρκετές παραστάσεις των μάγων βρέθηκαν στις ρωμαϊκές κατακόμβες και σχεδόν όλες χρονολογούνται από την εποχή του Μέγα Κωνσταντίνου μέχρι και τα μέσα του 5ου αι. μ.Χ. Έτσι, η σκηνή της προσκύνησης των μάγων αποτέλεσε από πολύ νωρίς αγαπητό θέμα, αφού η παρουσία των μάγων στη διήγηση της γέννησης του Ιησού προσέφερε έναν εξωτικό και μυστηριώδη αέρα, η οποία προκάλεσε την έξαψη της φαντασίας των χριστιανών από τα πρώτα κιόλας χρόνια. Στο βυζάντιο έχουμε πάμπολλες απεικονίσεις (φορητή εικόνα, τοιχογραφία, και ψηφιδωτό) τόσο ως μεμονωμένο θέμα όσο και ως επιμέρους θεματική στην εικόνα της Γέννησης του Χριστού. Στην αναγεννησιακή τέχνη με το θέμα καταπιάστηκαν επιφανείς ζωγράφοι της δύσης όπως ο Λεονάρντο ντα Βίντσι,  ο Αντρέα Μαντένια, ο Ελ Γκρέκο, ο Λορέντζο Μόνακο και πολλοί άλλοι.

Στην μετά το βυζάντιο εποχή, οι αγιογράφοι στην πλειοψηφία τους, δεν ζωγράφισαν την προσκύνηση των μάγων στα εικονογραφικά τους σύνολα ως μεμονωμένο θέμα, αλλά συνεχίζουν την παράδοση της απεικόνισής τους στην εικόνα της Γέννησης ως επιμέρους σκηνής με διηγηματικό χαρακτήρα.

Η εικόνα της προσκύνησης των τριών μάγων του αγιογράφου Νεόφυτου Ν. Ζωγράφου[1] αποτελεί μια σπάνια απεικόνιση αφού δεν την συναντάμε σε άλλο δυτικότροπο αγιογράφο της εποχής του στην Κύπρο (αρχές 20ου αι.). Επιπρόσθετα, το εικονογραφικό πρότυπο αποτελεί μια δική του σχεδιαστική εκτέλεση του θέματος, εμπνευσμένη, βέβαια, από την πλούσια εικονογραφία της δύσης και  εμπλουτισμένη με μεταβυζαντινά και λαϊκά στοιχεία. Οι άλλοι δυτικότροποι αγιογράφοι ή τα αγιογραφικά εργαστήρια στην Κύπρο δεν φαίνεται να καταπιάνονται με το θέμα αυτό, αφού δεν εντοπίστηκε παρόμοιο έργο. Ο Όθων Γιαβόπουλλος[2] σε έργο του  στον ναό του Τιμίου Προδρόμου στο Βουνί, απεικονίζει τη Γέννηση του Χριστού προσθέτοντας τον όμιλο των ποιμένων μόνο. Το ίδιο κάνει και ο Σταυροβουνιώτης μοναχός Στέφανος[3] σε εικόνα της Γέννησης στο μετόχι της Αγίας Βαρβάρας στο Σταυροβούνι. Παρόμοια εικόνα φτιάχνει και ο Σ. Φραγκουλίδης[4] στον ναό της Παναγίας του Αγρού.

Η εικόνα, η οποία ανήκει σε ιδιωτική συλλογή, είναι μικρή σε μέγεθος (32Χ45,5 εκ.) και προοριζόταν ίσως, για κάποιο εικονοστάσιο ναού στη σειρά των εικόνων του δωδεκαόρτου. Η σύνθεση είναι γεμάτη ζωτικότητα και κίνηση, έχει σκηνογραφική διάθεση και θεατρική απόδοση. Ενδεικτική είναι η ζωντάνια των χρωμάτων ειδικότερα στο φόντο αλλά και στα ενδύματα των μορφών. Το πορφυρό χρώμα του φορέματος της Παναγίας και τα λαμπερά ενδύματα με τις χρυσίζουσες πτυχώσεις τους το αποδεικνύουν. Επίσης, τα φωτοστέφανα με τη χρυσή χρωματική τους ένταση.

Η εικόνα αναπαριστά τη στιγμή που οι τρείς μάγοι φτάνουν μετά από το κοπιώδες ταξίδι τους στην Βηθλεέμ «και ελθόντες εις την οικίαν είδον το  παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού» (Ματθ. 2,11). Η Θεοτόκος είναι καθήμενη σε πολυτελή καρέκλα βαστάζοντας τον Ιησού γυμνό όχι ως σπαργανωμένο βρέφος, αλλά σε μικρή ηλικία με σταυρωμένα τα πόδια και ευλογώντας με το δεξί του χέρι. Η Θεοτόκος φορεί κόκκινο μαφόριο και στο κεφάλι έχει ριγμένο ένα άσπρο μαντήλι, το οποίο πέφτει πίσω από τον ώμο της. Ο Ιωσήφ, με λευκή γενειάδα και μαλλιά, της παραστέκεται από δίπλα έχοντας περάσει το δεξί του χέρι στο πίσω μέρος της καρέκλας ενώ το αριστερό χέρι  το ακουμπάει στο στήθος του.

Οι τρεις μάγοι εικονίζονται γονατιστοί και με σκυμμένα τα κεφάλια τους, κατά το αγιογραφικό χωρίο «και πεσόντες προσεκύνησαν αυτόν» (Ματθ. 2,11). Ο πρώτος μάγος αναπαρίσταται με πλούσια μαύρη κόμη στην οποία έχει δέσει άσπρη κορδέλα με καφετιές κάθετες γραμμές. Η γενειάδα του είναι επίσης μαύρη και μυτερή.

Ο Ζωγράφος επηρεασμένος από τη χρήση του Λιβάνου στις ακολουθίες της εκκλησίας ως θυμιάματος, προσθέτει ένα καινούργιο εικονογραφικό στοιχείο. Προσδίδει στην μορφή του πρώτου μάγου μία ιερατική συμπεριφορά. Με το δεξί χέρι κρατάει θυμιατήρι με αλυσίδα, με το οποίο θυμιατίζει το νεογέννητο Χριστό. Το κιβώτιο που βρίσκεται μπροστά του περιείχε το λιβάνι. Φορεί πρασινωπό ιμάτιο και κόκκινο μανδύα. Ο επόμενος μάγος εικονίζεται κατά παρόμοιο τρόπο,  ενώ ο τρίτος μάγος φέρει στο κεφάλι λευκό διάδημα. Τα μαλλιά και η γενειάδα του είναι λευκά θέλοντας να δηλώσει τη διαφορά στην ηλικία.  Κρατεί με τα δυο του χέρια το δώρο του.

Στο πίσω μέρος της εικόνας, οι συνοδοιπόροι του μεγάλου ταξιδίου των μάγων συνωστίζονται για να χωρέσουν στο σανίδι.  Δυο από αυτούς, οι ριπιδοφόροι, κρατούν ριπίδια σε μορφή βεντάλιας πάνω στα οποία είναι ζωγραφισμένα φτερά παγωνιού. Η σκηνή είναι επηρεασμένη από την αρχαία Αίγυπτο όπου ο ριπιδοφόρος ήταν ένας από τους αυλικούς του Φαραώ. Σε διάφορες αναπαραστάσεις, όπως τοιχογραφίες, οι ριπιδοφόροι απεικονίζονται κρατώντας έναν ανεμιστήρα - ριπίδιο που αποτελείται από μία λαβή επάνω στην οποία είναι στερεωμένο ένα μακρύ φτερό. Τα υπόλοιπα μέλη της συνοδείας φέρουν άσπρο μαντήλι στο κεφάλι με κορδέλα, κατά τη συνήθη ενδυμασία των ανατολικών λαών, και πλούσιο στριφτό μύστακα. Ο τελευταίος στη σειρά απεικονίζεται ημίγυμνος και κρατάει μεγάλο αμφορέα ωοειδούς σχήματος με τοξωτές λαβές.

Όπως οι κλειστοί χώροι, έτσι και το υπαίθριο τοπίο της εικόνας αναπαρίσταται από τους αγιογράφους της εποχής με την ίδια διάθεση νατουραλιστικής απόδοσης του χώρου. Όμως, συνειδητά επιλέγουν να δομήσουν το ζωγραφικό χώρο στα όρια της δυτικής αισθητικής, διατηρώντας και κάποιους δεσμούς με την παράδοση.

Στο φόντο της εικόνας αποδίδεται η πόλη της Βηθλεέμ σε λευκή απόχρωση και πίσω από αυτήν ορεινός όγκος σε καφέ αποχρώσεις. Κάποια δένδρα, με ψιλόλιγνο κορμό, ζωγραφίζονται ανάμεσα στις πράσινες κουρτίνες που καταλαμβάνουν το πάνω μέρος της εικόνας και ενώνονται με τον τοίχο της οικίας ούτως ώστε να δηλώνεται ότι το σκηνικό λαμβάνει χώρα σε εσωτερικό σπιτιού κατά τη βυζαντινή παράδοση και «δια το πανηγυρικότερον και συμβολικόν της επισκιάσεως» κατά τον Κόντογλου[5]. Στ’ αριστερά διακρίνεται τοίχος με παράθυρο και χιαστί κιγκλίδωμα.

Στο κάτω μέρος της εικόνας ο Ζωγράφος δεν παρέλειψε να φτιάξει και το βρεφικό λίκνο του Χριστού με τρισδιάστατη προοπτική αποτυπώνοντας σ’ αυτό και την υπογραφή του,  Ν.Ν. ΖΩΓΡΑΦΟΥ και δίπλα την χρονολογία 1911. Στο πάνω μέρος επίσης, είναι και η επιγραφή της εικόνας με κεφαλαία μαύρα γράμματα, Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ. Από την όλη σύνθεση απουσιάζει ο Αστέρας τον οποίον είδαν στην Ανατολή και ο οποίος συνοδεύει συχνά παρόμοια εικονογραφικά πρότυπα. Τρία χρόνια αργότερα, σε ομόθεμη εικόνα που έφτιαξε για το ναό των Αγίων Τριμιθιάς, στο φόντο της εικόνας πρόσθεσε και τη σκηνή της Φυγής στην Αίγυπτο σε μικρογραφία.

Αξιοσημείωτο για την εικόνα αυτή είναι το γεγονός ότι, ο Ζωγράφος αποδίδει με φωτοστέφανο, εκτός από τις κύριες μορφές της εικόνας, δηλ. την Παναγία και τον Ιωσήφ, και τους τρείς μάγους. Πράγμα παράδοξο για την εικονογραφία των τριών αυτών προσώπων που συνήθως δεν φέρουν φωτοστέφανο αφού εικονίζονται είτε έφιπποι είτε οδοιπόροι. Η καινοτομία αυτή μπορεί να ξεφεύγει από τα παραδεδομένα πλαίσια αφού απαντάται σπάνια σε άλλες εικόνες ή τοιχογραφίες. Σε  τοιχογραφία στην Καππαδοκία οι «Μάγοι Αστρολογούντες» εικονίζονται με κάποιου είδους φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι τους, αλλά όχι στην χρυσή απόχρωση της Παναγίας ή του Ιωσήφ. Επίσης, ο γνωστός δυτικός ζωγράφος Giotto, σε τοιχογραφίες του στον Αγ. Φραγκίσκο της Ασίζης και στη Πάδοβα, αποδίδει τους Μάγους με φωτοστέφανο. Στην εκκλησία της Παναγίας του Άρακα, ο ζωγράφος του ναού απεικονίζει την Γέννηση του Χριστού με τους μάγους σε τρεις διαφορετικές ηλικίες, επίσης με φωτοστέφανο.                                                                                                                                                  

Οι μάγοι, «οι Λύχνοι της Ανατολής», επειδή αναζητούσαν να μάθουν και να δουν τον Χριστό, ο ίδιος ο Θεός αποκαλύπτεται σ’ αυτούς και τους καταξιώνει να γίνουν μέτοχοι του παγκοσμίου αυτού γεγονότος. Πολλοί θα ήθελαν να είναι παρόντες στο σπήλαιο της Βηθλεέμ. Η χαρά αυτή δεν δόθηκε στους άρχοντες της Ιουδαίας, ούτε στους Γραμματείς και Φαρισαίους που αποτελούσαν το θρησκευτικό κατεστημένο της εποχής. Αποκαλύφθηκε σ’ αυτούς που ερευνούσαν και μελετούσαν τις γραφές, αναγνώρισαν τον Χριστό και τον προσκύνησαν «δια της του νοός γνώσεως». Κατά τον Ρωμανό το Μελωδό «ο Ηρώδης πρώτα και μετά οι άρχοντες του Ιουδαϊκού έθνους προσπάθησαν να εξακριβώσουν από τους μάγους τον χρόνο του άστρου, και αφού το διαπίστωσαν, χωρίς να καταλάβουν το θαύμα, δεν λαχτάρησαν να δουν Αυτόν που ψάξανε να μάθουν, γιατί σε όσους ερευνούν φανερώνεται[6]».

Ενώ οι  μάγοι έβλεπαν με τα μάτια του σώματος ένα βρέφος, δια της οράσεως του νου έβλεπαν «τον Άχρονον Θεόν εναθρωπήσαντα». Ενώ κοίταζαν με τα μάτια του σώματος ένα ουράνιο αστέρι, δια της οράσεως του νου, έβλεπαν Άγγελο Κυρίου να διακονεί το μέγα μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Έτσι, κατάφεραν να φτάσουν στην κατάλληλη πνευματική κατάσταση, στην εσωτερική νοερά καθαρότητα, αφού κατά τον υμνωδό «επιγνώντες σαφώς, τον επι γής τεχθέντα, Βασιλέα Ουράνιον… πεσόντες προσεκύνησαν[7]». Οι μάγοι ήταν Θεολόγοι με την ορθόδοξη σημασία του όρου, αφού είχαν φθάσει στην έλλαμψη και απέκτησαν την γνώση του Θεού[8].

Ο Χριστός υποδέχεται το τριπλό δώρο των μάγων, όπως τον Τρισάγιο Ύμνο των Σεραφείμ και δεν περιφρονείται όπως το δώρο του Κάιν αναφωνεί ο Ρωμανός ο Μελωδός, υποκινώντας την μητέρα του Θεού να ζητήσει τρεις χάρες από τον Υιό της. «Τριάδα δώρων, τέκνον, δεξάμενος, τρεῖς αἰτήσεις δὸς τῇ γεννησάσῃ σε· ὑπὲρ ἀέρων παρακαλῶ σε καὶ ὑπὲρ τῶν καρπῶν τῆς γῆς καὶ τῶν οἰκούντων ἐν αὐτῇ· διαλλάγηθι πᾶσι, δι᾿ ἐμοῦ ὅτι ἐτέχθης, παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός[9]».

Πολλοί σήμερα, διερωτούνται ακόμα αν υπήρξαν στ’ αλήθεια τα τρία αυτά πρόσωπα, αν τα ονόματα που τους αποδίδονται είναι αληθινά, από ποια χώρα ήλθαν;. Δεν έχει σημασία ακόμα το πότε έγινε αυτό το γεγονός αλλά το ότι ανακάλυψαν τον Χριστό. Η εικόνα ως λειτουργικό και λατρευτικό μέσο βοηθάει τον πιστό να προσευχηθεί και να μιμηθεί τον τρόπο και τη ζωή του εικονιζόμενου προσώπου. Οι τρεις μάγοι μας καλούν σήμερα να μιμηθούμε την πίστη τους, αφού εγκατέλειψαν την χώρα των Χαλδαίων όπου λάτρευαν την φωτιά που όλα τα εξαφανίζει, και ήρθαν να αντικρύσουν την φωτιά που δροσίζει. Μας καλούν να αφήσουμε τον παλαιό εαυτό μας, όπως άφησαν πίσω την πλάνη τους και ελεύθεροι πια, διέτρεξαν πολλές χώρες και έθνη βάρβαρα και ψάχνοντας με λυχνάρι τον αστέρα, ζητούσαν να μάθουν που γεννήθηκε ο νοητός ήλιος, ο Χριστός. Μας προκαλούν να εγκαταλείψουμε κάθε τι το γήινο, όπως αυτοί κατάφεραν να ξεγελάσουν τον παιδοκτόνο Ηρώδη που δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο παρά τη εγκόσμια Βασιλεία του. Διήνυσαν τόσο δρόμο χωρίς να υπολογίσουν τα βήματα και την κούρασή τους όπως ο Αββακούμ δεν κουράστηκε που πήγε στον προφήτη Δανιήλ. Είχαν τον αστέρα για οδηγό όπως τότε ο Ισραήλ τον Μωυσή με το ραβδί στο χέρι και όπως το μάννα χόρτασε τον ισραηλιτικό λαό τώρα το αστέρι τους εμψυχώνει και η χαρά της όψης του τους χορταίνει[10].

Η εικόνα της Προσκύνησης των Μάγων, του Νεόφυτου Ν. Ζωγράφου, παρόλη την τόλμη της να αποδώσει εικονογραφικά ένα θέμα που οι σύγχρονοί του αγιογράφοι δεν καταπιάνονται, και τις όποιες σχεδιαστικές της αδυναμίες, δεν παύει να μας εκπλήσσει με την πρωτοτυπία της, την ιεροπρέπειά της, το πλούσιο θεολογικό περιεχόμενο που την διέπει, αναδεικνύοντας παράλληλα την πολυσχιδή προσωπικότητα του Ζωγράφου, τις προσωπικές του ανησυχίες αλλά και  το πηγαίο ταλέντο του. Η πολυσυλλεκτικότητα της σύνθεσης και η συνύπαρξη μορφοτεχνικών στοιχείων τόσο από τη πλούσια δυτική εικαστική αποτύπωση του θέματος αυτού, όσο και η πρόσμιξη παραδοσιακών στοιχείων αποδεικνύει ακόμη μια φορά τον έντονο εικαστικό προβληματισμό της εποχής του.

Ο Ζωγράφος επιλέγοντας το θέμα αυτό, θέλει να προκαλέσει τον θεατή, ο οποίος την περίοδο αυτή διακατέχεται από την αγάπη για το καινούργιο, το διαφορετικό, και το αισθητικά ελκυστικό. Παράλληλα, μας διαβεβαιώνει ότι μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα, να αφομοιώνει αβίαστα και φυσιολογικά τα όποια νεωτεριστικά στοιχεία με έντονο όμως το προσωπικό του ύφος, τον χαρακτήρα και τις ιδιαιτερότητες του πολιτιστικού και ιστορικού περιβάλλοντος.

 

[1] Βασικές πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του δόθηκαν στον κ. Κώστα Παπαγεωργίου όπου και δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στο βιβλίο του,  Η αναγεννησιακή αγιογραφία στη Κύπρο τέλη 19ου και 20ος αιώνας, 2010 σελ. 96-97. Βλέπε επίσης, Κουδουνάρη, Βιογραφικό λεξικό, 2018, σελ. 617, και στην ιστοσελίδα, http://www.pemptousia.gr/2016/02/nikolaos-papastefanou-neofitos-n-zografou/, Β. Βασιλείου, Νικόλαος Παπαστεφάνου & Νεόφυτος Ν. Ζωγράφου, Ο βίος και το έργο δύο άγνωστων αγιογράφων του 19ου-20ού-  αιώνα στην Κύπρο, Τερσεφάνου 2021, σελ 293- 341.

[2] Μάρω Θ. Σωφρονίου, Όθων Γιαβόπουλος Ζωγράφος Αθηναίος 1862 -1936: Η ζωή και το έργο του στη Κύπρο, Εκδόσεις Εν τύποις, Λευκωσία 2011. σελ. 49

[3] Κ. Παπαγεωργίου, Η αναγεννησιακή αγιογραφία στη Κύπρο τέλη 19ου  και 20ος αιώνας, Λευκωσία, 2010. σελ. 119

[4] Ζωγραφίζοντας το Θείον. Τάσεις και Επιδράσεις στην Εκκλησιαστική Ζωγραφική της Κύπρου κατά τον 19ονκαι 20ον αιώνα και ο Ρόλος του Νεοελληνικού κράτους. Κατάλογος Έκθεσης 30/6 - 25/10 2014, Λευκωσία 2014. σελ. 75

[5] Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τόμ. Α΄, εκδ. γ΄, Αθήνα, 1993, σελ. 36.

[6] Ῥωμανοῦ Μελωδοῦ, Ὕμνοι, Ἀπόδοση στὰ νέα ἑλληνικὰ Ἀρχιμ. Ἀνανία Κουστένη, Τόμος 2ος, Β´ ἔκδοση, Ἐκδόσεις Χ. Μπούρα, Ἀθήνα, σελ. 32 -51.

[7] Δοξαστικό Λιτής, της Εορτής Χριστουγέννων

[8] Ιεροθέου Μητροπολίτου, Οι Δεσποτικές εορτές,  1998, σελ. 45

[9] Ανανία Κουστένη, ο.π. σελ. 29

[10] Ανανία Κουστένη, ο.π. σελ. 26-29

Loading
© 2011 - 2022 ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΙΤΙΟΥ.
Made by