loading...
Μνήμη τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου
agios-filoumenos.jpg

Ἀρχιμανδρίτη Συμεών, Ἡγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου

Τῇ 29ῃ Νοεμβρίου μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Φιλουμένου τοῦ Κυπρίου.

Εἶναι ἰδιαίτερη εὐλογία γιὰ τὸν τόπο μας, ποὺ ἀκόμα ἕνας ἅγιος προστίθεται στὸ Ἁγιολόγιό μας καὶ στὸ Ἁγιολόγιο ὅλης της Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Ὁ Ἅγιος Φιλούμενος γεννήθηκε στὴ Λευκωσία τὸ 1913. Ἡ καταγωγή του, ὅμως, ἦταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ὁροῦντα, τὸ χωριὸ τῆς μητέρας του. Οἱ γονεῖς τοῦ ἦταν ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ καὶ εἶχαν τὴν ἐπιθυμία νὰ πεθάνουν καὶ οἱ δύο τους, ὅταν θὰ γηράσουν, τὴν ἴδια μέρα. Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴ δέησή τους καὶ, πράγματι, πέθαναν ὁ ἕνας τὸ πρωὶ καὶ ἡ ἄλλη τὸ ἀπόγευμα στὶς 15 Ἰουλίου 1964. Ὁ πατέρας 93 ἐτῶν καὶ ἡ μητέρα 83 ἐτῶν.

Τὸν πιὸ σημαντικὸ ρόλο στὴ ζωή του ἔπαιξε, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς καλοὺς γονεῖς του, ἡ γιαγιὰ τοῦ Λωξάντρα, ἡ ὁποία γεννήθηκε στὸ Φτερικούδι τὸ 1862. Πολὺ νωρὶς ἔμεινε χήρα καὶ ἦρθε στὴ Λευκωσία, ὅπου ἔμεινε μὲ τὴν κόρη της, καὶ ἀνέλαβε τὸ μεγάλωμα τῶν παιδιῶν. Οἱ προσευχές της, οἱ ἱστορίες της, τὸ ἀσκητικό της φρόνημα ἐπέδρασαν πολὺ στὰ μικρὰ παιδιά.

Ὅλοι τους ἐκκλησιάζονταν στὴν κατανυκτικὴ ἐκκλησία τοῦ Τρυπιώτη στὴ Λευκωσία. Τὰ παιδιὰ εἶχαν εἰκονοστάσι, ἄναβαν τὸ καντήλι, ἔκαναν προσευχές, ἔκαναν μετάνοιες. Ἡ οἰκογένεια εἶχε 13 παιδιά. Ὁ Ἅγιος Φιλούμενος, ὁ Σοφοκλῆς, ἔτσι ἦταν τὸ κοσμικό του ὄνομα, ἦταν δίδυμος μὲ τὸν Ἀλέξανδρο, τὸν μετέπειτα ἱερομόναχο Ἐλπίδιο. Αὐτοὶ οἱ δύο ξεχώριζαν ἀπὸ ὅλους τους ἄλλους. Ἡ φωνὴ καὶ ἡ γνώμη ἦταν τοῦ Ἀλέξανδρου. Ὁ Σοφοκλῆς, ὁ Ἅγιος Φιλούμενος, ἦταν πάντα ὑπάκουος καὶ ὑποτακτικός. Ἦταν, ὅπως τὴ μάνα του, ἥσυχος καὶ ὑπηρέτης ὅλων.

Τὰ παιδιὰ, ὅταν ἔμαθαν γράμματα, ἄρχισαν νὰ διαβάζουν βίους ἁγίων. Ἰδιαίτερα, τοὺς ἄρεσε ὁ βίος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Καλυβίτη, ποὺ ἦταν πλουσιόπαιδο καὶ ἔφυγε καὶ ἔγινε ἀσκητὴς καὶ μετὰ ἀπὸ χρόνια, ποὺ ἔγινε ἀγνώριστος ἀπὸ τὴ νηστεία, ἐπέστρεψε καὶ ἔκτισε μία καλύβη στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ τῶν γονιῶν του, ποὺ δὲν τὸν εἶχαν ἀναγνωρίσει, μέχρι τὴν κοίμησή του.

Ἔτσι, καὶ αὐτοὶ σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν, ἔφυγαν κρυφὰ γιὰ τὸ Σταυροβούνι. Στὸν δρόμο συνάντησαν ἕναν ἁμαξά, γνωστό του πατέρα τους, ποὺ τοὺς πῆγε ὡς ἕνα σημεῖο μὲ τὸ ἁμάξι του. Ὁ πατέρας τους ἦρθε στὴ Μονὴ καὶ τοὺς ἀναζήτησε. Στὴν ἐπιμονή τους ἐκάμφθη καὶ τοὺς ἔδωσε τὴν εὐχή του. Ἡγούμενος, τότε, ἦταν ὁ Βαρνάβας, ὁ ἁγιογράφος, ἕνας φιλόπονος, ταπεινὸς μοναχός, ποὺ ἡγουμένευσε στὸ Σταυροβούνι 40 χρόνια.

Ἐκεῖ στὴ Μονὴ παρευρέθη μία μέρα ὁ ἔξαρχος τοῦ Παναγίου Τάφου, πατὴρ Παλλάδιος. Πρόσεξε τὰ δύο μικρὰ καλογεροπαίδια καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν ἡγούμενο νὰ τὰ πάρει γιὰ σπουδὲς στὸ Γυμνάσιο τοῦ Παναγίου Τάφου. Ἔτσι καὶ ἔγινε. Ἐκεῖ, στὰ Ἱεροσόλυμα, σπούδασαν καὶ χειροτονήθηκαν διάκονοι καὶ κατόπιν ἱερεῖς. Ὑπηρέτησαν σὲ διάφορα προσκυνήματα μὲ τελευταῖο τὸ Φρέαρ τοῦ Ἰακώβ.

Τὸ Φρέαρ εἶναι τὸ μέρος ὅπου ὁ Χριστὸς καθήμενος συνομίλησε μὲ τὴ Σαμαρείτιδα. Οἱ φανατικοὶ Ἑβραῖοι θεωροῦσαν τὸν τόπο δικό τους καὶ ἀπαιτοῦσαν νὰ ἀφαιρεθοῦν οἱ εἰκόνες καὶ ὁ Σταυρὸς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, γιατί τὸ Φρέαρ ἦταν κατ’ αὐτοὺς προσκύνημα ἑβραϊκό. Πολλὲς φορὲς ὁ Ἅγιος Φιλούμενος τοὺς ἐξηγοῦσε πὼς ἡ χριστιανικὴ παρουσία στὸν χῶρο ἦταν σχεδὸν δύο χιλιάδων χρόνων καὶ ἄρα ἡ ἀπαίτησή τους δὲν εἶχε ὑπόσταση, χωρίς, ὅμως, αὐτὸ νὰ ἀλλάξει ὁτιδήποτε στὶς ἀπόψεις τους. Ἕνας ἀπὸ αὐτούς, μάλιστα, πήγαινε καθημερινὰ ἐκεῖ, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. Ὁ Ἅγιος Φιλούμενος, φιλήσυχος καὶ πρᾶος, καθὼς ἦταν, προσπαθοῦσε νὰ μὴν τὸν προκαλεῖ καὶ ἔτσι, ὅταν ὁ «ἐπισκέπτης» του εἰσερχόταν στὸ προσκύνημα, σταματοῦσε τὴν ἀκολουθία καὶ τὴ συνέχιζε ἀργότερα, ἀφοῦ αὐτὸς ἔφευγε. Διηγεῖται ὁ ἱερομόναχος τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων, μακαριστὸς ἀρχιμανδρίτης Σωφρόνιος:

«Ὁ μακαρίτης ὁ πατὴρ Φιλούμενος μᾶς ἔλεγε ὅτι κάθε Παρασκευὴ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μισαλλόδοξους καὶ φανατικοὺς Ἑβραίους πήγαιναν νὰ προσευχηθοῦν στὸ Φρέαρ τοῦ Ἰακώβ. Συνέχεια τοῦ ἔλεγαν νὰ σηκώσει ὅλες τὶς εἰκόνες καὶ τὸν Ἐσταυρωμένο ἀκόμα, καὶ νὰ τὶς πάρει καὶ νὰ φύγει, διότι τὸ Φρέαρ εἶναι δικό τους καὶ ὄχι τῶν Χριστιανῶν. Εἰδ’ ἄλλως θὰ τὸ μετανιώσει πικρά, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀργά. Ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ πῆγε ἐκεὶ ὅλο καὶ τὸν φοβέριζαν. Αὐτός, ὅμως, ἤξερε τὰ ἑβραϊκὰ καὶ τοὺς ἀποστόμωνε».

Αὐτὲς τὶς δυσκολίες τὶς ἀνέφερε συχνὰ ὁ Ἅγιος Φιλούμενος στοὺς ἀνθρώπους, μὲ τοὺς ὁποίους συνδεόταν. Ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Βόστρων, Ὑμέναιος, γιὰ παράδειγμα, διηγεῖτο ὅτι θὰ τὸν σκοτώσουν ἂν δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὸ Φρέαρ. Τὸ ἴδιο εἶχε πεῖ καὶ στὸν μακαριστὸ πατέρα Θεοδόσιο – γέροντα τῆς γυναικείας Μονῆς τοῦ Ἁγίου Λαζάρου στὴ Βηθανία – τὸν ὁποῖο, μάλιστα, εἶχε ἐπισκεφθεῖ μιὰ βδομάδα πρὸ τοῦ μαρτυρικοῦ του θανάτου. «Ἦρθε στὸ Μοναστήρι», θυμᾶται ἡ ἀδελφὴ Μητροδώρα, «καὶ ἤθελε ἕνα πρόσφορο, γιὰ νὰ κάνει λειτουργία. Ἐδῶ ἦταν καὶ ὁ γέροντάς μας, ὁ πατὴρ Θεοδόσιος, στὸν ὁποῖον ὁ Ἅγιος εἶπε: “Τί νὰ κάνω γέροντα; Ἐκεῖ οἱ Ἑβραῖοι μὲ ἀπειλοῦν ὅτι θὰ μὲ σκοτώσουν. Ἂς μὲ σκοτώσουν. Τί νὰ κάνω ἄλλο; Ἕνα μαρτύριο θὰ μᾶς σώσει”».

Παρὰ τὶς ἀπειλές, τὶς ὁποῖες δεχόταν, ὁ Ἅγιος εἶχε πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ παραμείνει στὸ Φρέαρ. «Ἦταν», ἀναφέρει ὁ πατὴρ Εὐδόκιμος, «ἄνθρωπος τῆς θυσίας καὶ τοῦ καθήκοντος. Ἀλλὰ εἶχε καὶ βαθιὰ πίστη στὸν Θεὸ καὶ ἐλπίδα ὅτι, καὶ ἂν ἀκόμα τὸν σκοτώσουν, τὸ μαρτύριό του θὰ τὸ δεχτεῖ ὁ Θεός, διότι ἔκανε ὑπακοὴ καὶ πῆγε στὸ Φρέαρ τοῦ Ἰακώβ».

Τὴν ἴδια βδομάδα, ποὺ ὁ Ἅγιος εἶχε περάσει ἀπὸ τὶς ἀδελφὲς στὴ Βηθανία, ἐπισκέφτηκε – τῇ ἐπινεύσει, ἴσως, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος – σχεδὸν ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, μὲ τοὺς ὁποίους συνδεόταν στὰ Ἱεροσόλυμα, τὸν Γιάννη καὶ τὸν Δαυίδ, στοὺς ὁποίους ἀνέφερε ὅτι τὰ πράγματα στὸ Φρέαρ ἦταν δύσκολα, τὴν κ. Ἀντρούλα, τὴν κ. Στέλλα, τὸν Μητροπολίτη Βόστρων, Ὑμέναιο, τὴν ἀφελφὴ Εὐπραξία… Ἦταν σὰν ἕνας τελευταῖος ἀποχαιρετισμός, πρὶν ἀπὸ τὸ μαρτύριο, ποὺ θ’ ἀκολουθοῦσε σὲ λίγες μέρες.

Τὸ ἀπόγευμα τῆς 29ης Νοεμβρίου τοῦ 1979, μέρα ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Φιλουμένου – τοῦ ἐν Ἀγκύρᾳ μαρτυρήσαντος, ἐν ἔτει 270, ἐπὶ βασιλέως Αὐρηλιανοῦ – «ἄγνωστοι», σύμφωνα μὲ τὴν ἐκδοχὴ τῆς ἀστυνομίας, εἰσῆλθαν παράνομα μέσα στὸν χῶρο τοῦ Φρέατος τοῦ Ἰακώβ. Ἡ μέρα ἦταν πολὺ βροχερὴ καὶ γι’ αὐτὸ βρῆκαν εὐκαιρία, λόγῳ τῆς ἀπουσίας προσκυνητῶν, ἐξαιτίας τῆς κακοκαιρίας, νὰ κρυφτοῦν καὶ νὰ μείνουν στὸ μοναστήρι μετὰ τὶς 4:00 μ.μ. ποὺ ἔφυγε ὁ φύλακας. Στὶς 5:00 μ.μ., ἐνῶ ὁ Ἅγιος τελοῦσε τὸν ἐσπερινό, τοῦ ἐπιτέθηκαν μὲ τσεκούρι καὶ ἀφοῦ τὸν κακοποίησαν ἄγρια, τὸν σκότωσαν. Τὸν κτύπησαν στὸ πρόσωπο, κόβοντας ταυτόχρονα τὰ δάκτυλα τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ, τὸ ὁποῖο, ὅπως φαίνεται, ἔβαλε μπροστά του προσπαθῶντας νὰ προστατευτεῖ, στὴ σιαγόνα, στὰ μάτια καὶ στὰ πόδια. Στὴ συνέχεια, βεβήλωσαν τὴν ἐκκλησία, τὸν σταυρὸ τοῦ Ἱεροῦ καὶ τὸ Ἅγιο Ἀρτοφόριο, ἐνῶ φεύγοντας ἔριξαν καὶ μιὰ χειροβομβίδα, καταστρέφοντας τὸν χῶρο σχεδὸν ὁλοσχερῶς.

Τὸ πρωὶ τῆς ἑπομένης μέρας, στὶς 7:00 ἡ ὥρα, ὅταν ὁ φύλακας ἔφτασε στὸ Φρέαρ, πρόσεξε ὅτι ὁ Ἅγιος Φιλούμενος δὲν φαινόταν πουθενά. Ἀφοῦ τὸν φώναξε ἀρκετὲς φορές, χωρὶς νὰ πάρει ἀπάντηση, ἄρχισε νὰ τὸν ψάχνει στοὺς διάφορους χώρους τοῦ προσκυνήματος. Κάποια στιγμὴ μπῆκε καὶ στὴν ἐκκλησία, ὅπου βρῆκε τὸν Ἅγιο νεκρὸ στὴ σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου. Ἀμέσως, τότε, εἰδοποίησε τὴν Ἀστυνομία, ποὺ μὲ τὴ σειρά της εἰδοποίησε τὸ Πατριαρχεῖο.

Ὅταν οἱ πατέρες παρέλαβαν ἐν θλίψει τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου, γιὰ νὰ τὸ ἑτοιμάσουν γιὰ τὴν ταφή, ἀφοῦ εἶχαν παρέλθει πέντε μέρες, βρέθηκαν μπροστὰ σὲ ἕνα θαυμαστὸ γεγονός. Τὸ σῶμα τοῦ μάρτυρος δὲν παρουσίαζε τὸ φαινόμενο τῆς νεκρικῆς ἀκαμψίας. Ἀντίθετα, ἦταν μαλακὸ καὶ εὐλύγιστο σὰν νὰ ἦταν ἐν ζωῇ. Ἀφοῦ ἑτοιμάστηκε τὸ σκήνωμα, μεταφέρθηκε, ἀρχικά, στὸ Πατριαρχεῖο καὶ ἔπειτα στὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Θέκλας. Ἐκεῖ ἔγινε ἡ κηδεία, στὶς 4 Δεκεμβρίου τοῦ 1979, παρόντων τῶν Ἁγιοταφιτῶν πατέρων, συγγενῶν τοῦ Ἁγίου καὶ πλήθους κόσμου, ὄχι μόνο ὀρθοδόξων ἀλλὰ καὶ ἑτεροδόξων καὶ μουσουλμάνων. «Ἦλθαν πολλοί», θυμᾶται ὁ πατὴρ Σωφρόνιος, «μέχρι καὶ ξένων δογμάτων καὶ μουσουλμᾶνοι καὶ χοτζάδες». […]

Ὁ πόλεμος τῶν φανατικῶν Ἑβραίων συνεχίζεται καὶ μὲ τὸν ἀντικαταστάτη τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου, τὸν πατέρα Ἰουστίνο, ποὺ εἶναι σήμερα ἐκεῖ. Ὁ ἴδιος ἀναφέρει ὅτι πάντα εἶχε προστάτη τὸν Ἅγιο Φιλούμενο σ’ ὅλες τὶς δυσκολίες ποὺ συνάντησε. Ἕνα βράδυ, ἀναφέρει ὁ πατὴρ Ἰουστίνος, εἶδε τὸν Ἅγιο στὸν ὕπνο του καὶ τοῦ εἶπε: «Σηκώσου πάτερ Ἰουστίνε, εἶναι ἡ ὥρα τῆς ἀκολουθίας». Πράγματι ξύπνησα, ἀναφέρει , ἀλλὰ εἶδα ὅτι ἦταν ἀκόμα νωρίς. Ὅπως στεκόμουνα δίπλα στὸ κρεβάτι, βλέπω τὸ χέρι τοῦ πατρὸς Φιλουμένου, μὲ τὸ γκρίζο ἀντερὶ ποὺ φοροῦσε συνήθως, καὶ ἄκουσα αὐστηρὰ τὴ φωνή του: « Σοὺ εἶπα νὰ κατεβεῖς, ἀλλὰ κατέβα ἀπὸ τὴν ἀριστερὴ πόρτα καὶ ὄχι ἀπὸ τὴ δεξιά»! Ἐγὼ ἔκανα τὸν σταυρό μου νομίζοντας πὼς εἶναι τοῦ πειρασμοῦ. Τότε αὐτὸ τὸ χέρι μὲ πιάνει ἀπὸ τὸν ὦμο καὶ μοῦ λέει: «Μὴ δοκιμάζεις. Εἶμαι ὁ Φιλούμενος, ἀλλά σου λέω κατέβα ἀπὸ τὴν ἀριστερὴ πόρτα». Κατέβηκα καὶ ἀκούω ἀπὸ τὴν μεριὰ τοῦ ἱεροῦ ἕναν θόρυβο ῥολογιοῦ. Ἦταν μία ὡρολογιακὴ βόμβα. Τηλεφώνησα στὴν ἀστυνομία καὶ μόλις ποὺ προλάβαμε καὶ τὴ ῥίξαμε ἔξω.

Τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου εἶναι πολλά.

Περισσότερα γιὰ τὸν βίο του μπορεῖ κανεὶς νὰ διαβάσει στὸ πολὺ ἐκλεκτὸ βιβλίο ποὺ ἔχει ἐκδόσει ἡ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ὁροῦντας. Ἡ ἐπίσημη ἁγιοκατάταξη τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων ἔγινε στὶς 11 Σεπτεμβρίου 2009.

Ταῖς Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις ὁ Θεὸς ἐλέησον καὶ σῶσον ἠμᾶς.