loading...
Μνήμη Αγίου Δημητρίου
agios-dhmhtrios.jpg

Οικονόμου Νικολάου Πάτσαλου

«Χαίροις Λυαίου νίκης ὑπάρχων ὑπέρτερος»

Τον μήνα Οκτώβριο χαίρει και αγάλλει η πόλη της Θεσσαλονίκης, λόγω της μνήμης του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου. Ο «φρουρὸς τοῦ χειμῶνος»[1], «ὁ μάρτυς ὁ πιστός»[2] είναι το καύχημα των Θεσσαλονικέων, αλλά και ολόκληρης της Ορθοδοξίας. Ο μεγάλος μάρτυρας έζησε και μαρτύρησε τους πρώτους αιώνες (3ο αιώνα), όταν η Εκκλησία δεχόταν πόλεμο από των δυσσεβών και άθεων ειδωλολατρών.

Ο χαρισματούχος νεαρός Δημήτριος, παρότι ήταν οφικιούχος στρατηγός των ρωμαϊκών στρατευμάτων και ανθύπατος της επαρχίας της Ελλάδος[3] «δεν έπαυε να υμνεί μετά λατρείας» τον πεφιλημένο του Χριστό. Η ένθεη πίστη του και η μεγάλη του αγάπη για τον Χριστό «φόβον βάλλει ἔξω»[4], ώστε ενώπιον του Γαλερίου, χωρίς να μεριμνήσει για το τι θα πει, του δόθηκε λόγος ομολογίας Χριστού[5]. Η πίστη του στον Χριστό ήταν βαθιά ριζωμένη στα σπλάχνα του, καθώς υπερέβαινε τον φόβο του θανάτου.

Βέβαια, το ειδωλολατρικό κλίμα της εποχής δεν μπορούσε να αντέξει την παρουσία ενός γενναίου «μανικωτάτου ζηλωτοῦ», γι’ αυτό και τον έσπρωξαν στη φυλακή, για να τον καταδικάσουν σε θάνατο. Ο Δημήτριος, όμως, γνωρίζοντας τη μεγάλη τέχνη «τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σπορπίων καὶ ἐπί πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ»[6] δεν πτοήθηκε και αναδείχθηκε κυριολεκτικά «Μέγας ἐν τοῖς κινδύνοις» και «ἐν τοῖς πειρασμοῖς». Μάλιστα, διά του μαθητή του, Νέστορα, ο οποίος, αφού είχε λάβει την ευχή του στη φυλακή, «καθαῖρει την ἔπαρσιν τοῦ Λυαίου», του πανίσχυρου αυτού ειδωλολάτρη μονομάχου. Ο Νέστορας επικαλούμενος «τὸν Θεὸν Δημητρίου» σκότωσε τον Λυαίο δεικνύοντας, έτσι, τη δύναμη του Χριστού και την απάτη των άψυχων ειδώλων.

Ο Θεός του Δημητρίου εμφανίστηκε «ἰσχυρὸς ἐξουσιαστής» ενώπιον της ανθρώπινης δύναμης του Λυαίου. Ο τότε Λυαίος είχε γίνει ένα σύμβολο, που σήμερα εγκολπώνεται τη δύναμη, την εξουσία και την αθεΐα, οι οποίες μαίνονται την Εκκλησία του Χριστού. Οι σειρήνες της νέας εποχής, ο σημερινός Λυαίος, προσπαθούν να αποδείξουν την αυτάρκειά τους χωρίς την ανάγκη του Θείου. Μπροστά τους, όμως, διαρκώς, εμφανίζεται η πνευματική δύναμη της Εκκλησίας, ως βιούμενη οντολογική πραγματικότητα αιώνων, που τους διαψεύδει οικτρά, όπως ο Νέστορας διέψευσε τη δήθεν παντοδυναμία του τότε Λυαίου.

«Διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀρνίου» λοιπόν, η ψυχή του «μεγάλου ὁπλίτου καὶ ἀθλητοῦ»[7]Δημητρίου μεταφέρθηκε «ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου» ανάμεσα στις πολλές ψυχές των μαρτύρων της πρώτης Εκκλησίας[8]. Ο θάνατος και το μαρτύριο φρικτό έως και «Χριστομίμητον», καθότι οι δολεροί λάτρες του αυτοκράτορα «λόγχῃ τὴν δεξιὰν αὐτοῦ πλευρὰν ἔνυξαν». Ο μεγαλομάρτυρας της Θεσσαλονίκης μιμήθηκε «ἐξ ἔργων καὶ πόνων ἀθλήσεως», «ἐξ ἰδρώτων καὶ ἀγώνων μαρτυρικῶν», «ἐκ τῆς τοῦ ἰδίου αἵματος χύσεως»,[9] τον Μεγαλομάρτυρα του Γολγοθά και έγινε ταυτόχρονα «πρόξενος» της Αναστάσεως αυτού.

Το μαρτύριο του Αγίου Δημητρίου, έγινε συγχρόνως βάπτισμα, το οποίο παρέπεμπε και αποκάλυπτε το «πρότερόν του βάπτισμα». Το «νοητὸν μύρον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[10] που δέχτηκε στο πρώτο του βάπτισμα ως «ἀρραβῶνα τῆς Βασιλείας», κατάφερε να το διατηρήσει ακυλίδωτο μέχρι τη στιγμή του μαρτυρίου του. Ο Δημήτριος τήρησε «ἀλώβητον τὸ κατ’ εἰκόνα» και μάλιστα στη νεανική του ηλικία, και γι’ αυτό ο Θεός του αντιδωρίζει τη χάρη της μυροβλησίας των αγίων του λειψάνων που προχέουν ιάματα.

Η σωτηρία για την Ορθόδοξη Ανατολή προϋποθέτει τον πόνο. Χωρίς πόνο δεν υπάρχει ούτε χαρά. Αυτό αποδεικνύουν τα χιλιάδες μαρτύρια τόσων Αγίων. Από την άλλη, αυτό το δέσιμο της λύπης με τη χαρά είναι δεικτικό της Ορθόδοξης Ανθρωπολογίας που χάραξε στον κόσμο η Σάρκωση του Θεού. Σε αυτήν την προοπτική εντασσόμαστε και σφραγιζόμαστε δια του Βαπτίσματος έχοντας τέτοιες αγιοπνευματικές προδιαγραφές όπως του αγίου Δημητρίου.

Το μαρτύριο ως γεγονός αγγίζει την ιστορική πραγματικότητα και αναδεικνύει μια χαρισματική κατάσταση του ανθρώπου. Το μαρτύριο αντικρίζει κατάματα τον οποιονδήποτε Λυαίο, είτε τον ειδωλολάτρη είτε τον ισλαμιστή είτε τον νεοέλληνα είτε… είτε… είτε. Το ζητούμενο είναι να συνειδητοποιήσουμε τις χαρισματικές προϋποθέσεις του μαρτυρίου. Η δύναμη τη στιγμή του μαρτυρίου δεν αντλείται από τη σωματική ρώμη του μάρτυρα, αλλά πυροδοτείται από τη χάρη του αγίου Βαπτίσματος. Δηλαδή, η «μαρτυρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» τον είχε πληροφορήσει ότι είναι κάτοχος της Μίας Αγίας Αποστολικής Ορθής Πίστης[11].

Η ενεργός, όμως, μαρτυρία του Αγίου Πνεύματος δεν λειτουργούσε ούτε λειτουργεί μαγικά και μηχανικά, αλλά βιωματικά. Του μαρτυρίου προηγείτο η ζωή της ησυχίας και της νοεράς προσευχής. Η ησυχαστική παράδοση είναι η δύναμη της Ορθοδοξίας, γιατί μεταμορφώνει την καρδιά και τον νου του ανθρώπου, έτσι που να μη μπορεί κανένας Λυαίος να την αγγίξει. Ας στραφούμε και εμείς «ἐν ἑαυτῷ», προσευχόμενοι νοερά ως άλλοι Νέστορες «Θεέ Δημητρίου βοήθει μοι». Η σύγχρονη πραγματικότητα των όσων ζούμε μάς καλεί να αμυνθούμε όχι τόσο μέσα από την ανθρώπινη μας λογική, η οποία πλέον σχετικοποιείται, αλλά μέσα από πνευματική εσωτερική επανάσταση. Η προσευχή και η αυτοεξέταση του εαυτού μας είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος προετοιμασίας του καθενός, για να θωρακιστούμε με πνευματική δύναμη ενώπιον των σύγχρονων προκλήσεων.


[1] Βλ. Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, «Άϊ μου Γιώργη!», στο Ἡ Δίψα τοῦ Δαυὶδ καὶ ἄλλα κείμενα, Φιλολογικὴ ἐπιμέλεια: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, έκδ. Το Βήμα, 2011, σελ. 163-172.

[2] Αποκ. 2,13

[3] Βλ. Νέος Συναξαριστής Τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμος: 2ος Οκτωβρίου, Ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἀθῆναι 2009, σελ. 278-282.

[4] Α΄ Ιω. 4,19.

[5] Λκ. 12, 11-12.

[6] Λκ. 10,19.

[7] Μεγαλυνάριο εορτής.

[8] Απ. 6,9

[9] Βλ. Συμεών Του Νέου Θεολόγου, Ηθικός Λόγος 10, Φιλοκαλία Των Νηπτικών Και Ασκητικών, τ. 19Δ, έκδ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 152.

[10] Βλ. Συμεών Του Νέου Θεολόγου, Ηθικός Λόγος 1, SC 122, 284.

[11] Βλ. Πρωτοπρ. Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδου Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου, Πατερική Θεολογία, Ἐκδ. Παρακαταθήκη, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 106