loading...
Ὁ Ἅγιος Χαράλαμπος
agios-xaralampos.jpg

ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ* 

Ἀπὸ τότε ποὺ βασιλεύει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἔχει σταματήσει κάθε δαιμονικὴ λατρεία καὶ κάθε τυραννία τῶν εἰδώλων ἔχει καταπατηθῆ.

Ὅμως τὴν ἐποχὴ ποὺ ἦταν βασιλεὺς τῶν Ρωμαίων ὀ ἀσεβὴς Σεβῆρος καὶ ο Λούκιος εἶχε περιβληθῆ τὴν ἐξουσία τοῦ δούκα, ποὺ συνέβαινε νὰ κατοικῆ στὴν Μικρὰ Ἀσία, τὰ τελευταῖα χρόνια τοῦ 2ου μ.Χ. αἰῶνα, ἐπικρατοῦσε φοβερὸς διωγμὸς ἐναντίον τῶν χριστιανῶν. Εἶχαν σταλῆ βασιλικὰ διατάγματα στὸν ἀχρεῖο αὐτὸν δούκα ποὺ ἐπέβαλλαν πολύτροπες τιμωρίες, ἀκόμη καὶ τὸν θάνατο, σὲ ὅσους δὲν ἐπείθονταν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν εὐσεβῆ πίστι τοῦ Χριστοῦ.

Τὴν ἴδια ἀκριβῶς περίοδο ὑπῆρχε κάποιος ἱερεὺς στὴν Μαγνησία, πόλι ὀνομαστὴ ἀνάμεσα στὶς πὸλεις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ποὺ ὠνομαζόταν Χαραλάμπης. Ἧταν προχωρημένης ἡλικίας, γιατὶ εἶχε ζήσει πάνω ἀπό ἑκατὸ χρόνια, ὅμως ὡς πρὸς τὴν πίστι του στὸν Χριστὸ καὶ τὴν εὐσέβεια ἀποδεικνυόταν νεαρὸς καὶ ἀκμαῖος. Καὶ αὐτὸ γιατὶ δὲν προτιμοῦσε, ὅπως ἔκαναν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, νὰ κρύβεται ἀπό φόβο πρὸς τοὺς ἄρχοντες καὶ τὰ ἀνυπόφορα βασανιστήρια. Ἀντίθετα μάλιστα μὲ θάρρος ἐδίδασκε τὴν εὐσέβεια σὲ αὐτοὺς ποὺ ἦταν ὑποδουλωμένοι στὴν εἰδωλολατρία, ἐνῶ γιὰ τοὺς πιστοὺς κατώρθωνε μὲ κάθε τρόπο νὰ προάγεται καὶ νὰ αὐξάνη ἡ ἀγάπη τους πρὸς τὸν Χριστό.

Αὐτὸς λοιπὸν ἐδίδασκε τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας καὶ ἔλεγε: «Ὁ δικός μου βασιλεύς, Ἰησοῦς Χριστός, ἀπέστειλε στὸν κὸσμο μὲ τοὺς προφῆτες καὶ τοὺς ἀποστόλους καὶ διὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὸ φῶς του, ὥστε ὅλοι νὰ ἀκοῦν τὸ ἅγιον κήρυγμα καὶ νὰ παραμένουν σταθεροὶ στὴν ὁδὸ τῆς δικαιοσύνης. Ὁ Σεβῆρος ὅμως ὁ βασιλεὺς στέλνει γραπτὲς ἐντολὲς γήινες, σκληρὲς καὶ ψευδεῖς, νὰ θυσιάζουν δηλαδὴ στὰ ἄψυχα εἴδωλα καὶ νὰ ὁδηγοῦν τὶς ψυχὲς στὸν θάνατο. Ὅμως μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ ὁ ἐχθρὸς τρέπεται σὲ φυγή, ὁ δράκων (ὁ διάβολος) ἔχει καταπατηθῆ, ἡ ἀπιστία δαμάζεται καὶ μεταβάλλεται σὲ πίστι, καὶ ἡ νοσηρὰ φαντασία δὲν ἐνεργεῖ πλέον. Γι’αὐτὸ πρέπει μᾶλλον νὰ πείθεσθε μὲ τὴν βοήθειά του στοὺς λόγους του ποὺ ἔχουν κηρυχθῆ δημόσια καὶ ποὺ ὁδηγοῦν στὴν αἰώνια ζωή, παρὰ σὲ πλανεμένους μύθους ποὺ ὁδηγοῦν στὸν θάνατο».

Ὅταν ὁ Λούκιος πληροφορήθηκε ὅλα τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Χαραλάμπη, διέταξε ἀμέσως νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὸ ἀνακριτικό του βῆμα. Ἐκεῖ μπροστὰ ὁ ἀνόητος δούκας στὴν ἀρχὴ βέβαια τοῦ φερὸταν κολακευτικὰ λέγοντας: «Γέροντα, θυσίασε στοὺς ἀθανάτους θεοὺς σκεπτόμενος ἀνάλογα μὲ τὰ εὐπρεπῆ σου γηρατειά». Καθὼς ὅμως τὸν ἔβλεπε νὰ θεωρῆ ἀνόητα αὐτὰ ποὺ τοῦ πρότεινε, ἄλλαξε τρόπο καὶ τὸν ἀπειλοῦσε μὲ ἀνυπόφορα βασανιστήρια. Ὁ μάρτυς ὅμως τοῦ ἀπάντησε: «Μόλις κατάλαβες τὸ συμφέρον καὶ τὸ σωτήριο γιὰ μένα, γιατὶ τίποτε δὲν θεωρῶ γλυκύτερο ἀπὸ τὰ βασανιστήρια ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ. Μὴ προσπαθῆς νὰ μὲ δελεάσης, ἀλλὰ φέρε, ὅσο πιὸ γρήγορα γίνεται, σὲ αὐτὸ τὸ γηραλέο μου σῶμα αὐτὰ ποὺ θεωρεῖς ὡς τὰ πιὸ ἀνυπόφορα βασανιστήρια, γιὰ νὰ μάθης καλὰ ἀπὸ αὐτὸ τὴν ἀκαταμάχητη δύναμι τοῦ Χριστοῦ μου».

Τότε ὁ μιαρὸς ἡγεμόνας τοῦ εἶπε: «Μὴ λογαριάζης μὲ τὸ νοῦ σου ὅτι μὲ τὰ λόγια ποὺ σοῦ ἔχουν χαρισθῆ θὰ γλιτώσεις τὴν τιμωρία σου, γέροντα, ἀλλὰ δέξου τὴν συμβουλὴ μου καὶ ἀποφάσισε μὲ καθαρὸ φρόνημα νὰ θυσιάσης στοὺς θεοὺς γιὰ νὰ μὴν ἀποκαλύψουμε τὰ βασανιστήρια ποὺ εἶναι ἄγνωστα μέχρι τώρα». Ὁ δὲ Χαραλάμπης ἀπάντησε: «Ἐὰν δὲν κάνουμε ὁλοφάνερα τὰ κρυφὰ βασανιστήρια, δὲν θὰ μπορὲσουμε νὰ ἀξιωθοῦμε τὰ ἀόρατα ἀγαθά, ποὺ ὅμως βρίσκονται ἤδη μπροστά μας· δὲν θυσιάζω στοὺς δαίμονες. Γνωρίζετε ὅτι οἱ δαίμονες, τοὺς ὁποίους ἐσεῖς σέβεσθε, τρέμουν μπροστὰ στὰ σύμβολα τοῦ σταυροῦ, ὅπως ἔχει λεχθῆ. Οἱ δαίμονες φρίττουν καὶ τρέμουν τὴν δύναμι τοῦ σταυροῦ».

Ταράχθηκαν, λοιπόν, οἱ ἄρχοντες ἀπὸ τὶς ἔξοχες ἀπαντήσεις τοῦ δικαίου ἀνδρὸς καὶ δίνουν ἐντολὴ νὰ βγάλουν τὴν ἁγίαν του στολὴ καὶ τὸ πετραχήλι του. Ἔτσι, ἀφοῦ τὸν ἐγύμνωσαν, καταδικάζουν τὸν ἱερὸν αὐτὸν ἄνδρα, τὸν θεόφρονα καὶ ἰσάγγελο, σὲ βασανιστήρια.

Ὁ δὲ Ἅγιος μὲ ὑψηλὸ φρόνημα καὶ μὲ πολὺ μεγάλη πίστι, γεμᾶτος ἀπὸ ἀγάπη, ὑπέμενε τὶς τρικυμίες τῶν βασανιστηρίων σὰν ἕνα καλάμι ποὺ κτυπιέται ἀπὸ κάθε εἴδους ἀνέμους.

Ὁ βασανισμός του ἦταν ὡς ἑξῆς: Ταλαιπωρήθηκε πρῶτα μὲ σφοδρότατα μαστιγώματα. Μετὰ πῆραν οἱ ὑπηρέτες σιδερένια νύχια καὶ τὸν καταξέσχιζαν ἀπὸ τὸ δέρμα τῆς κεφαλῆς μέχρι τὰ νύχια τῶν ποδῶν του. Ὁ μάρτυς ὅμως, μολονότι ἐσπαράσσετο σὲ ὅλο του τὸ σῶμα, ἔλεγε πρὸς τοὺς βασανιστές του: «Σᾶς εὐχαριστῶ, ἀδελφοί μου, διότι μοῦ ἀνακαινίζετε τὸ σῶμα καὶ διεγείρετε τὸν λογισμό μου πρὸς τὰ αἰώνια ἀγαθά, τὰ ὁποῖα βέβαια ἑτοίμασε ὁ Θεὸς γι’ αὐτοὺς ποὺ Τὸν ἔχουν ἀγαπήσει. Διότι σπορέας εἶναι ὁ Θεὸς καὶ σπόροι οἱ λόγοι Του».

Οἱ βασανιστές, λοιπόν, γεμᾶτοι ἔκπληξι ἀπὸ τὴν καρτερία τοῦ μάρτυρος ἔλεγαν πρὸς τοὺς ἄρχοντες: «Μήπως αὐτὸς εἶναι ὁ ὀνομαζόμενος ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς Χριστός, καὶ προσπαθεῖ νὰ μᾶς παρασύρη μὲ σκοπὸ νὰ προσελκύση μὲ τὰ θαύματά του ὅλην τὴν Μικρὰ Ἀσία ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατάγεται; Διότι ὁρίστε, τὰ βασανιστικά μας ὄργανα δὲν εἶναι πλέον ἀποτελεσματικά, τὰ χέρια μας ἔχουν χάσει τὴν δύναμί τους. Τὰ σιδερένα νύχια, μὲ τὰ ὁποῖα πληγώνουμε τὴν σάρκα του ποὺ εἶναι πιὸ ἀνθεκτικὴ καὶ ἀπὸ τὰ σίδερα, ἐκύρτωσαν, ἐνῶ τὸ σῶμα του παραμένει ἄθραυστο καὶ ὑγιές».

Ὁ ἡγεμόνας ὅμως ἐγέμισε ἀπὸ θυμό, ἐπιπλήττει τοὺς στρατιῶτες καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τοὺς ἀναγκάζει νὰ αὐξήσουν τὶς τιμωρίες εἰς βάρος τοῦ Ἁγίου.

Ὁ δὲ δούκας, ἐπειδὴ εἶδε τοὺς βασανιστὲς ἐξασθενημένους ἐντελῶς, παρακινημένος ἀπὸ τὸν δαίμονα ἅρπαξε μὲ τὰ ἴδια τὰ χέρια του τὸ ὄργανο αὐτὸ μὲ τὰ σιδερένια νύχια. Ἔσκυψε πάνω ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου καὶ προσπαθοῦσε νὰ καταπληγώση τὸν ἱερέα τοῦ Χριστοῦ καὶ μάρτυρα, κραυγάζοντας πρὸς αὐτόν: «Μὴ νομίσης ὅτι μὲ τὶς μαγεῖες σου θὰ κάμψεις καὶ μένα, Χαράλαμπες».

Ὅμως ἡ θεία δίκη τιμώρησε ἀμέσως τὸν Λούκιο. Τὰ χέρια του, μὲ τὰ σιδερένια νύχια ἀκόμη σὲ αὐτά, ἀποκόπηκαν ἀπὸ τοὺς ἀγκῶνες καὶ κρεμάστηκαν ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ μάρτυρος. Ἔπεσε, λοιπόν, κάτω ὁ δούκας χωρὶς χέρια καὶ ταπεινωμένος ἐφώναξε: «Ὁ ἀνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἀπατεώνας, βοήθησέ με, ἡγεμόνα».

Ὁ ἡγεμόνας ἔτρεξε καὶ εἶδε τὰ χέρια τοῦ δούκα νὰ εἶναι κρεμασμένα πάνω στὸ σῶμα τοῦ μάρτυρος. Ἀμέσως ἔπτυσε στὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ στρεβλώθηκε τὸ κεφάλι του καὶ γύρισε πρὸς τὰ πίσω, ἐνῶ πρὸς τὰ πίσω πλέον φαινόταν καὶ τὸ στόμα του.

Φοβήθηκαν πολὺ ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς Μαγνησίας καὶ παρακάλεσαν τὸν δίκαιο λέγοντας: «Ἄφησε τὴν ὀργή σου, προσπάθησε νὰ ὑποχωρήση ἡ ὀργὴ τοῦ Κυρίου, γιατὶ αὐτὴ ἡ ἐντολὴ σοῦ ἔχει δοθῆ, νὰ μὴν ἀνταποδίδης τὸ κακὸ μὲ κακό». Ὁ δὲ Χαραλάμπης ἀπάντησε: «Εἶναι ζωντανὸς Κύριος ὁ Θεός, διότι δὲν ὑπάρχει δόλος στὴν γλῶσσα μου. Ὅμως αὐτὸ νὰ ξέρετε ὅτι ὁ Χριστὸς ἐτιμώρησε μὲν τοὺς κακοὺς ἄρχοντας, σὲ μᾶς ὅμως θὰ χαρίσει τήν αἰώνια ζωή». Τότε φώναξαν δυνατὰ καὶ ἔλεγαν: «Μὴ μᾶς καταστρέψεις Κύριε, ὅσοι ἔχουμε ἁμαρτήσει. Ὁ Θεός μας, συμφιλιώσου μαζί μας. Μόλις τώρα, Κύριε, ἐτιμώρησες τοὺς ἄρχοντες γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσης στὸ φῶς καὶ νὰ μᾶς καταστήσης ἄξιους τῆς ἐπουρανίου ζωῆς».

Ἤδη πολὺς κόσμος ἐπίστευε στὸν Χριστό. Ὁ ἴδιος δὲ ὁ δούκας ὑποφέροντας ἀπὸ σφοδροὺς πόνους παρακαλοῦσε τὸν Ἅγιο λέγοντας: «Ἄγγελε τοῦ Θεοῦ καὶ ἄνθρωπε τοῦ Κυρίου, βοήθησέ με ποὺ ὑποφέρω. Νά, τὰ χέρια μου εἶναι ἀκόμη φορτίο ἐπάνω σου. Τώρα, λοιπόν, καὶ σὺ ἀπομάκρυνε τὰ βασανιστήριά σου καὶ χάρισέ μου αὐτὸ ποὺ μοῦ λείπει, γιὰ νὰ γλιτώσης καὶ σὺ ἀπὸ τὶς μέριμνες κι ἐγὼ ἀπὸ τοὺς πόνους τοῦ σώματος. Ἂν συμβεῖ αὐτό, βέβαια θὰ πιστεύσω στὸν Θεόν σου». Ἀμέσως λοιπόν, προσευχήθηκε ὁ μακάριος πρὸς τὸν Κύριο καὶ τότε οἱ ἄρχοντες πίστευσαν στὸν Χριστὸ καὶ ἀποκαταστάθηκαν ὑγιεῖς, ὅπως ἦταν πρὶν, μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ δικαίου.

Ἔτσι ὁ δούκας ἐπίστευσε καὶ βαπτίσθηκε. Ἐπειδὴ λοιπὸν προσῆλθε στὸν Χριστό, γι’αὐτὸ σταμάτησε ὁ ἡγεμόνας τὴν ἐξέτασι τοῦ μάρτυρα, μέχρις ὅτου παρουσιαστῆ στὸν βασιλέα, ὅπως εἶπε.

Τότε ἀπὸ τὴν Μικρὰ Ἀσία προσέρχονταν ὅλοι στὸν μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ πιστεύοντας καὶ ἐδιδάσκοντο τὸν λόγο τῆς άληθείας. Ἐξωμολογοῦντο τὶς ἁμαρτίες τους γιὰ νὰ συγχωρεθοῦν. Ἔφερναν στὸν Ἅγιο αὐτοὺς ποὺ ὑπέφεραν ἀπὸ ποικίλες ἀσθένειες καὶ τοὺς ἔπαιρναν πίσω ὑγιεῖς, θεραπευμένους καὶ στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή. Ἐπιπλέον ἔβλεπαν ὄχι λίγους νεκρούς, μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ἀγίου, νὰ ἀνασταίνονται, δὲν ὑπῆρχε πάθος ἢ ἀρρώστεια ποὺ νὰ μὴν ἐξαφανίζονταν μὲ τὴν προσευχή του. Ἀκόμη καὶ αὐτὰ τὰ παμπόνηρα πνεύματα, ποὺ ἑνωχλοῦσαν τοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὴν προσταγὴ τοῦ Ἁγίου ἔφευγαν.

Ὁ ἡγεμόνας ὕστερα ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ἐνημέρωσε τὸν βασιλέα γιὰ ὅσα εἰπώθηκαν λέγοντας: «Σὲ παρακαλῶ, βασιλεῦ, δὲν ξέρω τί νὰ πῶ ἢ τί νὰ μιλήσω ἢ τί νὰ σκεφθῶ. Παρουσιάστηκε κάποιος ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ἀγέλη τῶν Γαλιλαίων (τῶν χριστιανῶν) καὶ πῆρε μὲ τὸ μέρος του ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τοὺς θεούς. Προσποιήθηκε ὅτι προσεύχεται καὶ μᾶς ἐθεράπευσε. Μετὰ τὴν ἀπατηλὴ αὐτὴ εὐεργεσία ὁ Λούκιος βέβαια ἐπίστευσε στὸν Χριστό, καθὼς καὶ ὅλη ἡ Μαγνησία πρόσφερε τὸν λαό της στὴν θρησκεία ἐκείνη. Ὅμως ἐγὼ, μετὰ ποὺ γλίτωσα, ἔσπευσα νὰ σοῦ τὰ ἀναγγείλω».

Ὅταν ὁ βασιλεὺς ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ταράχτηκε πάρα πολὺ καὶ γεμᾶτος ὀργὴ εἶπε: «Αἰώνιοι θεοί, γιατὶ ἀδρανεῖτε, ἐνῶ οἱ ἀσεβεῖς φλυαροῦν πάνω στὴν γῆ;». Ἀμέσως, λοιπόν, ἀπέστειλε τριακοσίους στρατιῶτες ποὺ εἶχαν μέσα τους κάθε ἀπανθρωπιά, ποὺ μισοῦσαν τοὺς ἀδελφούς τους καὶ ποὺ ὡς ἐκλεκτοὶ ὑπηρέτες τοῦ διαβόλου ἀρέσκονταν νὰ προκαλοῦν καταστροφή, σὲ αὐτοὺς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ φέρουν τὸν Ἅγιο σιδηροδέσμιο ἀπὸ τὴν Μαγνησία στὴν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας, διότι ἐκεῖ διέμενε ὁ ἀσεβὴς βασιλεύς, ἀφοῦ προηγουμένως τὸν κατατρυπήσουν σὲ ὅλο του τὸ σῶμα μὲ μακριὰ καὶ κοφτερὰ καρφιά […]

Ὁ βασιλεὺς φοβήθηκε ἀπὸ τὰ πολλὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου καὶ προσπαθώντας νὰ κατευνάση τὴν ὀργὴ ποὺ ἔκαιγε μὲσα του τὴν ἔστρεψε ἐναντίον τοῦ μάρτυρος Χαραλάμπους, καὶ ἐξέδωσε τὴν καταδικαστική του ἀπόφαση, νὰ κοπῆ δηλαδὴ διὰ ξίφους ἡ πάντιμη κεφαλή του, γιὰ νὰ μὴν προσδεθοῦν καὶ ἄλλοι στὸν Χριστό.

Ὁ Ἅγιος, ὅταν πληροφορήθηκε τὴν ἀπόφασι αὐτὴ, ἔψαλλε λέγοντας: «Θὰ σὲ ὑμνήσω, Κύριε, θὰ ψάλλω καὶ θὰ συμπορευθῶ μαζί σου στὴν ἄμωμη ὁδό. Πότε θὰ ἔρθεις πρὸς ἐμένα;». Ἔτσι γεμᾶτος ἀγαλλίαση ἔφτασε στὸν τόπο στὸν ὁποῖον εὐδόκησε ὁ Θεός νὰ τελειωθῆ αὐτὸς καὶ εἶπε: «Σὲ εὐχαριστῶ, Κύριε ὁ Θεός μου, διότι εἶσαι ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος. Διότι ἐσὺ εἶσαι ποὺ συνέτριψες τὸν διάβολο, ποὺ κατεπάτησες τὸν Ἅδη καὶ μᾶς ἀπάλλαξες ἀπὸ τὶς ὀδύνες τοῦ θανάτου. Κύριε ὁ Θεός μου, θυμήσου με στὴν βασιλεία σου».

Καθὼς προσευχόταν ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοὶ καὶ κατέβαινε πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος μαζὶ μὲ πλῆθος ἀγγέλων. Εἶχε τοποθετηθῆ θρόνος μὲ πολύτιμους λίθους καθ’ὑπερβολὴν ἔξοχος, καὶ κάθησε πάνω σὲ αὐτὸν ὁ Κύριος· εἶπε δὲ πρὸς τὸν μάρτυρα: «Ἔλα, Χαράλαμπες, ὁ δικός μου φίλος, ἐσὺ ποὺ ὑπέφερες πολὺ ὑπὲρ τοῦ ὀνόματός μου, ζήτησέ μου κάποια παράκλησι καὶ θὰ σοῦ τὴν πραγματοποιήσω».

Ὁ δὲ μακάριος Χαραλάμπης εἶπε: «Μοῦ εἶναι σπουδαῖο, Δέσποτα, ὅτι καταξιώθηκα νὰ δῶ τὴν φοβερή σου δόξα. Κύριε, ἂν συγκατατίθεσαι, θὰ σοῦ ζητήσω νὰ δώσης χάρι στὸ ὄνομά μου. Ὅπου θὰ εὑρίσκεται τὸ λείψανό μου καὶ θὰ ἑορτάζεται ἡ μνήμη μου, ἂς μὴν παρουσιάζεται σὲ ἐκεῖνον τὸν τὸπο πεῖνα ἢ θανατηφόρα ἀρρώστεια, οὔτε νοσηρὸς ἀέρας νὰ προσβάλλη τοὺς καρπούς, ἀλλὰ ἂς ἐπικρατῆ μᾶλλον ἐκεῖ εἰρήνη, ἴασι σωμάτων καὶ σωτηρία ψυχῶν. Νὰ ὑπάρχη ἀκόμη ἄφθονο σιτάρι, κρασὶ καὶ πολλὰ ζῶα κατάλληλα πρὸς χρῆσι. Ἐὰν δὲ εἶναι θέλημά σου, οἱ τόποι ποὺ θὰ ἀξιωθοῦν νὰ λάβουν τὰ ἐνθυμήματα τοῦ μαρτυρίου (τὰ λείψανά μου), νὰ μὴ συμβῆ ἐκεῖ θάνατος βοῶν οὔτε προβάτων οὔτε γενικὰ τετραπόδων ζώων, οὔτε ἀκόμη νὰ συμβῆ κάτι κακὸ στὶς λογικὲς ὑπάρξεις (τούς ἀνθρώπους). Γνωρίζεις, Κύριε, ὅτι εἶναι σάρκα καὶ αἶμα. Συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες αὐτῶν καί χάρισέ τους τὴν ἱκανότητα νὰ χρησιμοποιοῦν τὰ βόδια, ὥστε καλλιεργώντας μὲ φιλοπονία τὴν γῆ, καὶ καθὼς θὰ αὐξάνουν οἱ καρποί, νὰ ἀπολαμβάνουν τὶς καλλιέργειές τους μὲ ἀφθονία. Νὰ δοξάζουν δὲ Αὐτὸν ποὺ τοὺς τὰ χάρισε, ἀλλὰ νὰ τιμοῦν καὶ μένα καὶ ἐπειδὴ Σὲ παρεκάλεσα, ἀλλὰ καὶ ὡς δικό σου μάρτυρα. Ἀκόμη, τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοὺς χαρίζεις, νὰ εἶναι ἰαματικὸ φάρμακο γι’αὐτούς. Ναὶ Κύριε, δῶσε τὴν χάρι σου σὲ ὅλους».

Ὅταν τὰ εἶπε αὐτὰ ὁ μάρτυς, ἀπάντησε ὁ Κύριος: «Ἂς γίνη ὅπως ἐζήτησες, γενναῖε ἀγωνιστή». Μετὰ ἀνέβηκε ὁ Κύριος στοὺς οὐρανοὺς μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ, ἐνῶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἁγίου Χαραλάμπους τοὺς ἀκολουθοῦσε, ὅταν ὁ μήνας Φεβρουάριος εἶχε δέκα.

Στὴ συνέχεια οἱ στρατιῶτες ἀνέφεραν στὸν βασιλέα τὴν δόξα τοῦ μάρτυρος, πὼς δηλαδὴ παρουσιάστηκε σὲ αὐτὸν ὁ Κύριος, πὼς ὁ μάρτυς ἀπέθανε πρὶν νὰ τὸν ἀγγίξη τὸ ξίφος, καὶ πὼς εἶδαν τὴν ψυχή του νὰ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό.

Τότε ἡ Γαλήνη, ἡ θυγατέρα τοῦ βασιλέως, ζήτησε τό σῶμα τοῦ ἁγίου μάρτυρος, τὸ ἐτύλιξε σὲ καθαρὰ σεντόνια μαζὶ μὲ ἀρώματα καὶ πολύτιμα μῦρα, καὶ ἔτσι τὸ ἐτοποθέτησε σὲ χρυσῆ θήκη, δοξάζοντας τὸν Θεὸ μὲ πολλὴ σύνεσι, αὐτὴ ποὺ πίστευσε διὰ μέσου αὐτοῦ στὸν Χριστὸ καὶ ἔγινε νύμφη Του.

Ἀλλὰ καὶ ὁ βασιλεύς, ἐπειδὴ φοβήθηκε, ἔπαυσε τὸν διωγμὸ καὶ τὴν ἀνάκριση ἐναντίον τῆς θυγατέρας του, κυρίως ὅμως γιατὶ κατάλαβε ἀπὸ πολλὰ γεγονότα πὼς ὁ μεγάλος ἀληθινὸς Θεὸς εἶναι μαζί της.

Αὐτὰ συνέβησαν κατὰ τοὺς καιροὺς ἐκείνους ποὺ ἐτελειώθη ὁ μάρτυς, ὅταν ἦταν βασιλεὺς στὴν Ἀντιόχεια ὁ Σεβῆρος καὶ σὲ μᾶς ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.

Ἑορτάζεται δὲ ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου μας Χαραλάμπους τὴν δεκάτη τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου, σύμφωνα μὲ ἀπόφαση τῶν χριστιανῶν τῆς περιοχῆς.

Ὁ Ἅγιος Χαραλάμπης ἵσταται διὰ παντὸς στὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τοῦ Κυρίου, πρεσβεύοντας ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς τὸν βασιλέα Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, στὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμι, τώρα καὶ πάντα καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἐπιμέλεια πατρὸς Ἀθανασίου Γκίκα

Οἰκονόμου τοῦ Μετοχίου

*Πηγή: Ἱστολόγιο Ἱεροῦ Μετοχίου Ἱερᾶς Μονῆς Σίμωνος Πέτρας, Ἁγίου Χαραλάμπους http://www.imach.gr, ἐλαφρῶς διασκευασμένο.

Άγιος Χαράλαμπος