loading...
Οι αγιογράφοι της Τουρκοκρατίας
oi-tapeinoi-agiografoi-ths-tourkokratias.jpg

Οι ταπεινοί αγιογράφοι της Τουρκοκρατίας

Η Ρωμαίικη ζωγραφική, η καταφρονεμένη

του Φώτη Κόντογλου

Με την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, σκότος εκάλυψε την χριστιανοσύνην της Ανατολής. Εμαράνθη το άνθος της καρδίας μας. Έπεσεν ο στέφανος από την κεφαλήν μας. Μεγάλη Εβδομάς έγινεν όλη η ζωή μας. Το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου» έγινε το τραγούδι μας. Το χρυσοκέρινον πρόσωπο της Παναγίας είναι φαρμακωμένον. Οι Άγιοί μας είναι συλλογισμένοι και παραπονεμένοι. Αι μητέρες και αι αδελφαί μας είναι μαυροφορεμέναι ως καλόγριαι. Οι πατέρες μας είναι όμοιοι με ασκητάς. Οι νέοι μας καταπικραμένοι.

Μόνη η Εκκλησία μας, ως άλλη Κιβωτός, επέπλευσεν από αυτόν τον κατακλυσμόν. Εντός αυτής κατέφυγον οι καταδιωγμένοι, διά να σώσουν την ψυχήν των και την σεβάσμιαν και αγίαν παράδοσιν. Εκεί μέσα ήσαν θησαυρισμένα τα δόγματα της αμωμήτου πίστεώς μας, η υμνωδία, η αγιογραφία, η γλώσσα μας, τα χειρόγραφα, τα άμφια, η ξυλογλυπτική, η χρυσοχοΐα, όλα όσα είναι παρηγοριά και πνευματική αγαλλίασις δια τον άνθρωπον εις τον παρόντα κόσμον και ελπίς διά την μέλλουσαν μακαριότητα.

Οι ιερείς εμνημόνευον «τους επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου κεκοιμημένους», και έξω από την εκκλησίαν τα παιδιά έψαλλον με λυπηράν φωνήν κατά την Μεγάλην Πέμπτην τούτο το θλιβερόν ποίημα: «Σήμερον μαύρος ουρανός, σήμερον μαύρη μέρα, σήμερον εσταυρώσανε τον πάντων βασιλέα».

Τότε εζωγραφίσθη ο Εσταυρωμένος με ευσεβή πόνον και συντριβήν, κατά το ίδιον λαϊκόν ποίημα, κατά το οποίον ο ηγαπημένος μαθητής του Κυρίου λέγει εις την Παναγίαν, δεικνύων τον διδάσκαλόν του επί σταυρού κρεμάμενον: «Βλέπεις εκείνον τον γυμνόν και τον ανεμαλλιάρη, όπου φορεί στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι; Όπού ’χει τα ματάκια του ραμμένα με μετάξι και στάζει από το στόμα του πολύ πικρό φαρμάκι; Εκείνος είν’ ο γιόκας σου κι εμένα δάσκαλός μου». […]

Πανταχού ο Κύριος είναι πραΰς, ταπεινός και τεθλιμμένος. Και εις την Μεταμόρφωσιν ακόμη, εις την εις Άδου Κάθοδον και εις την Ανάληψιν, όπου παρίσταται εν δόξη, έχει ταπεινήν την όψιν. Εις μερικάς εικόνας της Προδοσίας, ιδία των τελευταίων χρόνων της Τουρκοκρατίας, οι συλλαμβάνοντες τον Χριστόν παρίστανται ως Τούρκοι ή Μπαρμπερίνοι με φέσια και με καλπάκια, άνωθεν δε του όχλου κυματίζει η ερυθρά σημαία με την δρεπανοειδή σελήνην. Επίσης εις τα μαρτύρια των αγίων, οι δήμιοι είναι Αγαρηνοί, και όταν ακόμη οι άγιοι δεν είναι νεομάρτυρες, αλλά εμαρτύρησαν επί Διοκλητιανού.

Όσοι δεν είναι ευσεβείς, σκανδαλίζονται από την απλότητα και την αθωότητα αυτής της ζωγραφικής, όπως οι φιλόσοφοι σκανδαλίζονται από την απλότητα του Ευαγγελίου. Μόνον αυταί αι νηπιώδεις ψυχαί, όπου είχαν μέσα εις την ψυχήν των την «μωρίαν» του Ευαγγελίoυ, εξέφρασαν με σχήματα πνευματικά, αυστηρά και απλά, και με χρώματα μυστικά, την αλήθειαν του Ευαγγελίου, κατά τον λόγον του Θεού οπού λέγει: «Επί τίνα επιβλέψω, αλλά επί τον ταπεινόν και ησύχιον και τρέμοντά μου τους λόγους;» […]

Στην εποχή της σκλαβιάς σχηματίστηκε ένα παράξενο πνεύμα, βαθύ και πολύ λεπτό, το ρωμαίικο, «ρούμ» τούρκικα. Οι χριστιανοί που βρεθήκανε κάτ’ από τον Τούρκο είχανε αυτό το πνεύμα. Οι ζωγραφιές μέσα στις εκκλησιές είναι γιομάτες πάθος και παλληκαριά. Το λαϊκό πνεύμα που βασιλεύει μέσα σε τούτη τη βάρβαρη εποχή, τους δίνει βάθος και εσωτερικότητα.

Τότες είναι που οι λιγνές φιγούρες, που φανερώνουνται σα φαντάσματα απάνω στους τοίχους της σκοτεινής εκκλησιάς, παίρνουνε μια ζωηρή κίνηση, οι πολεμιστές ξαφνιασμένοι περπατάνε με τα ποδάρια ανοιχτά και κινούμενα σαν σε μάχη, με τα άρματα και τα ρούχα ανεμίζοντας στον αγέρα, με το σπαθί όξ’ απ’ το θηκάρι. Οι προφήτες στον θόλο, γύρω στον Παντοκράτορα, δε στέκουνται ακίνητοι, όπως στ’ αρχαιότερα χρόνια, παρά τρέχουνε φτεροπόδαροι, μ’ ανοιχτά σκέλια, γύρω από τον κύκλο που από μέσα του προβάλλει ο Χριστός, δείχνοντάς τον με τό ’να χέρι ανασηκωμένο και κοιτάζοντας συχνά προς τα πίσω, απαράλλαχτα, όπως εκείνες οι φτεροπόδαρες φιγούρες στα αρχαία αγγεία.

Τότες είναι που οι καβαλάρηδες πολεμάρχοι Άγιος Γιώργης κι Άγιος Δημήτρης, απάνω στ’ άτια τους πού ’χουνε τα φουσκωμένα στήθια, τα στρογγυλά καπούλια και την ουρά δεμένη κόμπο, περπατάνε αντάμα αγκαλιασμένοι μέσα σε ντερβένια, σκεπασμένοι κι οι ίδιοι και τα φαριά τους μ’ ένα σωρό βάρβαρα στολίδια, φούντες και χάμουρα.

Τότε πρωτοφαίνεται ο μελαγχολικός και γλυκός τύπος του παλληκαριού με το σεμνό μουστάκι στριμμένο αλαφρά, που τον βλέπει κανένας υστερότερα, στα χρόνια της Επανάστασης, με τα μακριά μαλλιά, με το βαθύ θλιμμένο βλέμμα, ο Νικηταράς, ο Γκούρας, ο Φωτομάρας, ο Λιάκος, οι Μαυρομιχαλαίοι κ.λπ. αυτό το παράξενο σουλούπι, αρχαίος και μαζί βάρβαρος, φερμένος από την Ασία κι αδερφωμένος με το ντόπιο αίμα, απόγονος «των αντρειωμένων αρχαίων Ελλήνων».

Ο «αρχαίος Έλληνας» είναι πάντα μέσα στη φαντασία του λαϊκού μάστορα και τον ζωγραφίζει μ’ έναν τρόπο φοβερό. Περικεφαλαίες με φανταστικά σχέδια, πού ’χουνε απάνω τους φτερά σαν φλόγες, θώρακες γιομάτοι πλουμίδια, με μέδουσες στους ώμους και στον αφαλό, με φουστανέλες φαρδιές και πετούμενες, με χαντζάρια γυριστά, με τουζλούκια κεντημένα. Τ’ ανοιχτά ποδάρια τους είναι καλά στεριωμένα στη γη, περπατώντας μαζί και σταματημένα, μ’ ανοιχτές πατούσες, άνθρωποι σαν αληθινοί με μια απερίγραπτη ζωντάνια.

Πηγή: Περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία, Μηνιαίο περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, Έτος 31ο, Τεύχος 331, Ιανουάριος 2021, σελ. 41-43. Ελαφρώς Διασκευασμένο.

Οι ταπεινοί αγιογράφοι της Τουρκοκρατίας