loading...
Οἱ Νεομάρτυρες: ἡ Δόξα τῆς Ἐκκλησίας μαςΦώτη Κόντογλου
Οἱ Νεομάρτυρες: ἡ Δόξα τῆς Ἐκκλησίας μας

Φώτη Κόντογλου

Τό νά μιλᾶ κανένας σήμερα καί νά γράφει γιά κάποια πράγματα τῆς θρησκείας, ὁ πολύς κόσμος τό νομίζει γιά ἀνοησία. Καί ἀκόμα μεγαλύτερη ἀνοησία ἔχει τήν ἰδέα πώς εἶναι τό νά γράφει γιά τούς ἅγιους μάρτυρες, καί μάλιστα γιά κείνους πού μαρτυρήσανε κατά τά νεότερα χρόνια πού βασιλεύανε οἱ Τοῦρκοι ἀπάνω στή χριστιανοσύνη, ἐπειδῆς ὁ λίγος καιρός πού μᾶς χωρίζει ἀπ’ αὐτούς κάνει ὥστε νά τούς νοιώθουμε πολύ κοντά μας, ἀνθρώπους σάν κ ἐμᾶς, ἐνῶ τούς ἀρχαίους μάρτυρες τούς βλέπουμε μέσα ἀπό τούς αἰῶνες πού περάσανε ἀπό τότε πού μαρτυρήσανε καί στή φαντασία μας παρουσιάζονται εὐκολότερα μέ τό φωτοστέφανο τοῦ Ἁγίου.

Κανένας λαός δέν ἔχυσε τόσο αἷμα γιά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὅσο ἔχυσε ὁ δικός μας, ἀπό καταβολή τοῦ χριστιανισμοῦ ἴσαμε σήμερα. Κι αὐτός ὁ ματωμένος ποταμός εἴναι μια πορφύρα πού φόρεσε ἡ ὀρθόδοξη ‘Ἐκκλησία μας, καί πού θά πρεπε νά τήν ἔχουμε γιά τό μεγαλύτερο καύχημα, κι ὄχι νά τήν καταφρονοῦμε καί νά μή μιλοῦμε ποτέ γι’ αὐτή, καί μάλιστα νά ντρεπόμαστε νά μιλήσουμε γι’ αὐτή, σέ καιρό πού δέ ντρεπόμαστε γιά τίς πιό ντροπιασμένες καί σιχαμερές παραλυσίες πού κάνουνε οἱ ἄνθρωποι στόν ἀδιάντροπο καιρό μας.

Ἐμεῖς οἱ σημερινοί πονηρεμένοι ἀνθρωποι φροντίζουμε μονάχα γιά τήν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ μας, καί γιά τοῦτο ἡ ψυχή μας ἔχασε τήν εὐαισθησία της, μ’ ὅλα τά πνευματικά γιατρικά πού λέμε πώς ἔχουμε. Και γι’ αὐτό περιφρονοῦμε καί τούς λέμε ἀνόητους ἐκείνους πού δέν κοιτάζουνε τό ὑλικό συμφέρον τους, ἀλλά κάνουνε κάποιες θυσίες. Κατά πολύ ἀνόητους καί μικρόμυαλους θεωροῦμε ἐκείνους πού θυσιάσανε τή ζωή τους γιά τήν πίστη τους, ἀφοῦ, κατά τήν ἁμαρτωλή κρίση μας, δέν κοιτάξανε νά χαροῦνε τά νιάτα τους καί ν’ ἀπολάψουνε τοῦτον τόν κόσμο, πού εἶναι χειροπιαστός καί σίγουρος, ἀλλά βασανιστήκανε, φυλακωθήκανε, δαρθήκανε καί, στό τέλος, σφαχτήκανε ἤ κρεμαστηκανε, οἱ ἄμυαλοι, γιά κάποιους ἴσκιους πού λέγουνται ἀθάνατη ζωή καί βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Ἀκόμα καί κάποιοι ἀπό τούς σημερινούς θεολόγους, πού μᾶς φέρνουνε ἀπ’ ὄξω τήν “ἐπιστημονικήν” ὀρθολογιστική (!) θεολογία, δέν καταδέχουνται ποτέ νά μιλήσουνε γιά τούς νεομάρτυρες, καί στίς ψυχρές κι ἄτονες ὁμιλίες τους, καθώς καί στά βιβλία τους, ἀναφέρουνε μοναχά κανέναν μάρτυρα τῆς ἀρχαίας ἐποχῆς, κατά τό προτεσταντικό σύστημα.

Τό ἀτελείωτο μαρτυρολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας, πού ἀρχίζει, ὅπως εἶπα παραπάνω, ἀπό τά πρῶτα χρόνια τοῦ χριστιανισμοῦ καί φτάνει ἕως σήμερα, εἶναι μία ἀπό τίς πιό μεγάλες μαρτυρίες πώς ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἡ μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία, γιατί βασανίζεται ἀδιάκοπα καί χύνει τό αἷμα της γιά τόν Χριστό, πού εἶπε: “Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν” καί ἀλλοῦ εἶπε: “Ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμάς” καί πάλι εἶπε “Μακάριοι ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καί διώξουσι καί εἴπωσι πᾶν πονηρόν ρῆμα κάθ΄ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ. Χαίρετε κι ἀγαλλιάσθε, ὅτι ὁ μισθός ὑμῶν πολύς ἐν τοῖς οὐρανοίς” καί ἀλλοῦ εἶπε “Καί ἔσεσθαι μισούμεμοι ὑπό πάντων διά τό Ὄνομά μου. Ὁ δέ ὑπομείνας εἰς τέλος οὗτος σωθήσεται” κι ἀλλοῦ εἶπε “Μή φοβηθῆτε ἀπό τῶν ἀποκτεινόντων τό σῶμα, καί μετά ταῦτα μή ἐχόντων περισσότερον τί ποιήσαι”, κλπ. Κι ὁ ἀπόστολος Πέτρος γράφει “Καθ΄ ὅ κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι, χαίρετε, ἵνα καί ἐν τή ἀποκαλύψει τῆς δόξης αὐτοῦ χαρῆτε ἀγαλλιώμενοι. Εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν ὀνόματι Χριστοῦ, μακάριοι, ὅτι τό τῆς δόξης καί τό τοῦ Θεοῦ Πνεῦμα ἐφ’ ὑμᾶς ἀναπαύεται”. Καί πάλι ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει “Ἡ ἐλπίς ἡμῶν βεβαῖα ὑπέρ ὑμῶν, εἰδότες ὅτι ὥσπερ κοινωνοί ἔστε τῶν παθημάτων, οὕτω καί τῆς παρακλήσεως”.

Γιά τοῦτο κι ὁ πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις, πού εἶναι κι αὐτός ἕνας ἀπό τούς μάρτυρες, ἐπειδή τόν θανατώσανε οἱ ὀχτροί τῆς πίστης, ἔγραφε στά 1635 γιά τούς παπιστές. “Ἄν δέν ἔχομεν σοφίαν ἐξωτέραν (κοσμικήν), ἔχομεν, χάριτι Θεοῦ, σοφίαν ἐσωτέραν καί πνευματικήν, ἡ ὁποία στολίζει τήν ὀρθόδοξον πίστιν μας, καί εἰς τοῦτο πάντοτε εἴμεσθεν ἀνώτεροι ἀπό τούς λατίνους, εἰς τούς κόπους, εἰς τάς σκληραγωγίας καί εἰς τό νά σηκώνωμεν τόν σταυρόν μας καί νά χύνωμεν τό αἷμα μας διά τήν πίστιν καί τήν ἀγάπην τήν πρός τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.

Ἄν εἶχε βασιλεύσει ὁ τοῦρκος εἰς τήν Φραγκίαν δέκα χρόνους, χριστιανούς ἐκεῖ δέν εὕρισκες. Καί εἰς τήν Ἑλλάδα, τώρα τριακοσίους χρόνους εὑρίσκεται, καί κακοπαθοῦσιν οἱ ἄνθρωποι καί βασανίζονται διά νά στέκουν εἰς τήν πίστιν των, καί λάμπει ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ καί τό μυστήριον τῆς εὐσεβείας, καί ἐσεῖς μοῦ λέγετε ὅτι δέν ἔχομεν σοφίαν; Τήν σοφίαν σου δέν ἐθέλω, ὀμπρός εἰς τόν σταυρόν τοῦ Χριστοῦ”.

Μ’ αὐτά τά λόγια βροντοφωνεῖ πώς ἡ Ἐκκλησία μας, μέ τά μαρτύρια πού τραβᾶ ἀπό αἰῶνες, εἶναι ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία, ἡ βλογημένη ἀπό τόν Κύριο, κι ὄχι ἡ Δυτική, ἡ καλοπερασμένη ἡ ὑπερήφανη ἀφέντρα, πού ὄχι μονάχα τό αἷμα της δέν ἔχυσε γιά τόν Χριστό, ἀλλά ἡ ἴδια ἔκαιγε τούς ἀνθρώπους πού δέν τῆς ἤτανε ὑπάκουοι.

Οἱ δικοί μας οἱ ἅγιοι, πού μαρτυρήσανε στόν καιρό πού εἴμαστε σκλάβοι στούς Τούρκους, ἤτανε ταπεινοί, ἁπλοί, λιγομίλητοι, μέ τή φωτιά τῆς πίστης στά στῆθια τους, ἀπονήρευτοι κι ἀγράμματοι, ἀφοῦ τό μόνο πού γνωρίζανε νά λένε μπροστά στόν ἀγριεμένο τόν κριτή ἤτανε «Χριστιανός γεννήθηκα καί Χριστιανός θ’ ἀποθάνω!» Νέοι ἄνθρωποι, παλικάρια ἀπάνω στ’ ἄνθος τῆς νιότης τους, πηγαίνανε προθυμερά νά παραδοθοῦνε γιά τ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, κι ἀντίς ἀρραβωνιάσματα καί σφαζόντανε σάν τ’ ἀρνιά ἤ κρεμαζόντανε μέ τή θελιά στόν λαιμό τους καί, γιά νά τούς τυραγνᾶνε περισσότερο οἱ ἄπιστοι, κόβανε τόν λαιμό τους σιγά-σιγά μέ στομωμένα μαχαίρια ἤ τούς χωρίζανε μέ σάπια σχοινιά πού κοβόντανε, γιά νά τούς ξανακρεμάσουνε. Καί τά μόνα πού ξέρανε ἀπό τή Θρησκεία μας οἱ περισσότεροι ἀπ’ αὐτούς ἤτανε τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, πού εἶπε: «Ὅποιος μέ ὁμολογήσει μπροστά στούς ἀνθρώπους, θά τόν ὁμολογήσω κι ἐγώ μπροστά στόν Πατέρα μου, πού εἶναι στόν οὐρανό, κι ὅποιος μ’ ἀρνηθεῖ μπροστά στούς ἀνθρώπους, θά τόν ἀρνηθῶ κι ἐγώ μπροστά στόν Πατέρα μου, πού εἶναι στόν οὐρανό». Καθώς καί τά λόγια, τοῦτα, πού εἶπε ὁ Κύριος: «Μή φοβηθεῖτε ἀπό κείνους πού σκοτώνουνε τό σῶμα, μά πού δέν μποροῦνε νά σκοτώσουνε τήν ψυχή», καί: «Ὅποιος χάσει τή ζωή του γιά τ’ ὄνομά μου, αὐτός θά ζήσει στήν αἰώνια ζωή».

Ὤ! Τί ὕψος καί πόση πνευματική εὐπρέπεια εἶχε ἡ φυλή μας, τόν καιρό πού θαρροῦμε ἐμεῖς πώς ἤτανε ἀγράμματη καί βάρβαρη. Ἐμεῖς, οἱ σημερινοί, εἴμαστε βάρβαροι, πού δέν εἴμαστε σέ θέση νά νοιώσουμε ὅσο πρέπει τήν εὐγένεια καί τό μεγαλεῖο τῆς θυσίας γιά τ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, πού τήν προσφέρανε μέ τά κορμιά τους ἐκεῖνοι οἱ λεονταρόψυχοι, πού γι’ αὐτούς λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης πώς δέν γεννηθήκανε ἀπό αἵματα, μήτε ἀπό θέλημα τῆς σάρκας, μήτε ἀπό θέλημα ἀντρός, ἀλλά πώς γεννηθήκανε ἀπό τόν Θεό. Ἡ γενεά ἡ δική μας, «ἡ μοιχαλίς καί ἁμαρτωλός», ἄς κάνει τόν ἔξυπνο ἐκεῖ πού δέν χωρᾶ καμιά ἐξυπνάδα, ἄς περιπαίζει ἐκείνους πού δώσανε τό αἷμα τους γιά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ, μέ τήν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς. Θά ἔρθει μέρα πού θά δώσει ἀπολογία καί σέ τοῦτο τόν κόσμο καί στόν ἄλλον, καί τότε θά καταλάβει σέ τί σκοτάδι βρισκότανε.

Νά τί λέγει ὁ προφήτης Σολομώντας γιά τίς ψυχές τῶν ἁγίων πού πεθαίνουν μέ τήν ἐλπίδα τῆς μέλλουσας ζωῆς, καθώς καί γιά τούς ἄπιστους πού τούς περιπαίζουνε γιά τήν πίστη τους. “Τῶν δικαίων οἱ ψυχές εἶναι μέσα στό χέρι τοῦ Θεοῦ, καί δέν θά τούς ἀγγίξει κανένα μαρτύριο. Στά μάτια τῶν ἀνόητων φανήκανε πώς πεθάνανε, καί λογαριαστῆκε γιά συμφορά ὁ θάνατός τους, κι ὁ μισεμός τους ἀπ’ ἀνάμεσά μας λογαριάστηκε γιά σβήσιμο. Ἀλλά αὐτοί βρίσκουνται εἰρηνεμένοι. Γιατί, ἄν βασανιστοῦνε στά μάτια τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἐλπίδα τους εἶναι γεμάτη ἀθανασία. Καί, γιά τά λίγα βάσανα πού περάσανε, θ’ ἀπολάψουνε μεγάλες εὐεργεσίες. Ἐπειδής ὁ Θεός τούς δοκίμασε, καί τούς βρῆκε ἄξιους τῆς ἀγάπης του. Σάν χρυσάφι στό χωνευτήρι τούς δοκίμασε, καί τούς βρῆκε ἄξιους τῆς ἀγάπης του. Σάν χρυσάφι στό χωνευτήρι τούς δοκίμασε, καί σάν θυσία εὐπρόσδεκτη τούς δέχτηκε. Καί, σάν ἔρθει ὁ καιρός πού θά φανερωθοῦνε, θά λάμψουνε καί, σάν σπίθες μέσα στήν καλαμιά, ἔτσι θά ξεπεταχτοῦνε. Θά κρίνουν ἔθνη καί θά ἐξουσιάσουνε λαούς, κι ὁ Θεός θά βασιλέψει ἀπάνω τους στούς αἰῶνες. Ἐκεῖνοι πού ἔχουνε πεποίθηση στόν Κύριο, θά καταλάβουνε τήν ἀλήθεια, κι ὅσοι τόν πιστεύουνε, μέ ἀγάπη θά τόν προσμένουνε. Γιατί δόθηκε χάρη κ’ ἔλεος στούς ἁγίους του, καί ἐξουσία στούς διαλεχτούς του.

 

https://antexoume.wordpress.com/2013/07/05/οἱ-νεομάρτυρες-η-δόξα-τῆς-ἐκκλησίας-μα-2/ (18/11/20)

Loading
© 2011 - 2022 ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΙΤΙΟΥ.
Made by