loading...
Η Εκκλησία της Κύπρου κατά το 1821 και την υπόλοιπη Τουρκοκρατία
h-ekklhsia-ths-kyprou-kata-to-1821-kai-kata-thn-tourkokratia.jpg

Η Εκκλησία της Κύπρου κατά το 1821 και την υπόλοιπη Τουρκοκρατία*

Η κατάκτηση της Κύπρου από τους Τούρκους (Οθωμανική Αυτοκρατορία) το 1570-1571 κατέλυσε την ενετική κυριαρχία στο νησί, αλλά έφερε σ’ αυτό την πολύ χειρότερη τουρκική τυραννία, η οποία διήρκεσε σχεδόν τρεις αιώνες (1570-1878).

Στο κλίμα της οικονομικής εξαθλίωσης που προκαλούσαν η ληστρική εκμετάλλευση του νησιού από τους Τούρκους, οι ανομβρίες, οι επιδρομές ακρίδων και οι επιδημίες, της υποβάθμισης της παιδείας του τόπου και των ποικίλων καταπιέσεων, οι οποίες οδηγούσαν πολλούς Κυπρίους να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό, η Εκκλησία της Κύπρου ανέλαβε πρωτοβουλία για τη διατήρηση της πίστης των κατοίκων του νησιού και της εθνικής τους ταυτότητας, τη συγκράτηση του πληθυσμού στο νησί και τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Οι Τούρκοι έδωσαν στην Εκκλησία κάποιες διευκολύνσεις (χειρισμός δικών που σχετίζονται με γάμους και κληρονομίες, εξαγορά Μονών, αλλά όχι κτίσιμο ναών), γιατί ανησυχούσαν μήπως προσεταιριστεί τους Κυπρίους κάποιο δυτικό χριστιανικό κράτος και στραφούν εναντίον τους. Έτσι, αξιοποιώντας η Εκκλησία τις διευκολύνσεις αυτές, άρχισε την προσπάθεια ανασυγκρότησης. Χειροτονήθηκαν νέοι ιεράρχες και άρχισε η εξαγορά των Μονών που είχαν αρπάξει οι Τούρκοι. Όμως, το 1585 οι Τούρκοι λεηλάτησαν πάλι τις Μονές και τις κατέσχεσαν, πράγμα που υποχρέωσε χριστιανούς να καταβάλουν μεγάλα ποσά στους κατακτητές και έτσι κατάφεραν να εξαγοράσουν τις περισσότερες από αυτές τα επόμενα είκοσι χρόνια.

Ο αγώνας της Εκκλησίας της Κύπρου ήταν πολύπλευρος, γιατί τα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπισθούν ήταν πολλά και ιδιαίτερα σε κάποιες περιόδους παρουσίαζαν μεγάλη οξύτητα:

Α. Ιδιαίτερα τα πρώτα 100 χρόνια μετά την τουρκική κατάκτηση, η Εκκλησία της Κύπρου απευθύνθηκε σε κάποια χριστιανικά κράτη της Ευρώπης να βοηθήσουν για αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά.

Β. Σ’ όλες τις περιοχές που κατέκτησαν οι Τούρκοι προκλήθηκε πνευματική παρακμή. Όμως, ήδη από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1570, λειτουργούσε στον νάρθηκα ναού στη Λευκωσία σχολή, η οποία μεταφέρθηκε στη Μονή του Αγίου Ιωάννου του Πίπη (παλαιά Αρχιεπισκοπή). Σταδιακά σε κάποιες Μονές, άρχισαν να λειτουργούν σχολές για τους δοκίμους τους, αλλά και κατοίκους γειτονικών χωριών. Οι δάσκαλοι στις σχολές αυτές ήταν, συνήθως, μοναχοί.

Φωτισμένοι ιεράρχες υποστήριζαν στο μέτρο των οικονομικών δυνατοτήτων της Εκκλησίας τη λειτουργία σχολών. Ιδιαίτερα δραστηριοποιήθηκαν οι Αρχιεπίσκοποι Χριστόδουλος (που έστελλε για ανώτερες σπουδές στο εξωτερικό αποφοίτους της σχολής Λευκωσίας), ο Φιλόθεος, ο Χρύσανθος, ο Κυπριανός (ο οποίος ίδρυσε το 1812 στη Λευκωσία την Ελληνική Σχολή, η οποία το 1893 εξελίχθηκε στο σημερινό Παγκύπριο Γυμνάσιο επί Αρχιεπισκόπου Σωφρονίου Γ΄), ο Πανάρετος, ο Μακάριος Α΄ και ο Σωφρόνιος Γ΄. Στη Λάρνακα ιδρύθηκε Ελληνική Σχολή το 1733 από το Μητροπολίτη Κιτίου Ιωακείμ Γ΄. Η λειτουργία των σχολών αυτών διακοπτόταν συχνά από τους κατατρεγμούς των Κυπρίων ιεραρχών από τους Τούρκους. Γενναίες εισφορές της Αρχιεπισκοπής, των Μητροπόλεων και Μονών, δωρεές κληρικών κυρίως και λαϊκών, καθώς και η συνδρομή των γονιών των μαθητών επέτρεπε τη λειτουργία σχολών στις πόλεις και σε αρκετά χωριά.

Γ. Η Εκκλησία προχώρησε στην έκδοση αρκετών βιβλίων και φρόντιζε να εξασφαλίζει με αγορά ή δωρεά βιβλία για τις σχολές.

Δ. Η Εκκλησία της Κύπρου αντιδρούσε στις αυθαιρεσίες των Τούρκων είτε αυτοί ήταν υπάλληλοι της τουρκικής διοίκησης ή ιδιώτες. Οι αυθαιρεσίες τους συχνά δεν είχαν όριο. Έτσι, σε μικρό χρονικό διάστημα οι φόροι στην Κύπρο στην ουσία τριπλασιάστηκαν. Η δυνατότητα παρέμβασης της ηγεσίας της Εκκλησίας αυξήθηκε έπειτα από κάποιες παραχωρήσεις των Τούρκων, οι οποίοι το 1660 (επί Αρχιεπισκόπου Νικηφόρου, κατά περίοδο του ενετοτουρκικού πολέμου στην Κρήτη), αναγνώρισαν τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου ως αντιπρόσωπο των ορθοδόξων χριστιανών και ανάθεσαν σ’ αυτόν και τους άλλους ιεράρχες την είσπραξη των φόρων του νησιού, προνόμιο που διατηρήθηκε μέχρι το 1841. Η παραχώρηση αυτή ενίσχυσε τη θέση τους απέναντι στις αυθαιρεσίες του Τούρκου διοικητή και των άλλων Τούρκων του νησιού. Έτσι, για αντιμετώπιση των αυθαιρεσιών των Τούρκων, αλλά και των συνεπειών από τις συνεχείς ανομβρίες, των επιδρομών ακρίδων και των επιδημιών, οργανώθηκαν επισκέψεις του Αρχιεπισκόπου Κύπρου και ιεραρχών στην Κωνσταντινούπολη, όπου βρισκόταν η έδρα του Σουλτάνου, ή στάλθηκαν αντιπροσωπείες ή υπομνήματα. Κάποιες από τις προσπάθειες αυτές ήταν επιτυχείς. Μεταξύ των επιτυχιών αυτών ήταν η απομάκρυνση αυθαίρετων διοικητών, η μείωση της φορολογίας, ο καθορισμός του ετήσιου μισθού του διοικητή της Κύπρου και άλλων αξιωματούχων κ.ά. Σε μια τέτοια επίσκεψη των τεσσάρων ιεραρχών του νησιού στην Κωνσταντινούπολη το 1774 (επί Αρχιεπισκόπου Φιλοθέου) αναγνωρίσθηκαν, με βεζυρικό φιρμάνι, οι ιεράρχες της Κύπρου ως «κοτζαμπάσηδες» (= επίτροποι επιστάτες) των Ελλήνων της Κύπρου, πράγμα που τους έδινε κάποια πολιτική εξουσία. Με τις διευθετήσεις αυτές, έγινε πιο εύκολη και η επιδιόρθωση ναών και η ανέγερση νέων. Οι μεταρρυθμίσεις που έγιναν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 19ο αιώνα (Διάταγμα Hatt-i Sherif του Gül-Hane’ το 1839 και Hatt-i Hümayum το 1856) έφεραν κάποια βελτίωση της θέσης των Ελλήνων στην Κύπρο.

Ε. Η Εκκλησία έδρασε και στον αγώνα εναντίον των επιδρομών των ακρίδων. Έτσι, ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός το 1820 έστειλε εγκύκλιο σ’ όλες τις πόλεις και τα χωριά για καταπολέμηση των ακρίδων, που κατέστρεψαν τη γεωργική παραγωγή, τονίζοντας ότι είναι γελοία η πρόληψη ότι οι ακρίδες δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν. Επίσης, ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός ετοίμασε εικόνες του Αγίου Τρύφωνα, με ειδική ευχή γραμμένη σ’ αυτές κατά των εχθρών και ασθενειών των φυτών, τις οποίες έστειλε στις κυρίως ακριδόπληκτες περιοχές του νησιού. Εικόνες του Αγίου Τρύφωνα ετοίμασαν αργότερα και άλλοι Αρχιεπίσκοποι.

Στ. Η Εκκλησία, με περιοδείες των ιεραρχών της, εγκυκλίους, εκπαίδευση, κηρύγματα και οικονομική υποστήριξη, προσπάθησε να περιορίσει το κύμα του εξισλαμισμού στην Κύπρο. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της τουρκικής κατάκτησης, κάποιοι από τους ευγενείς και τους αξιωματούχους της ενετικής διοίκησης της Κύπρου, για να μη χάσουν τα προνόμια και τις περιουσίες τους, εξισλαμίστηκαν, παρασύροντας σταδιακά και μέρος του πληθυσμού, το οποίο είτε συνειδητά ή όχι προσχωρούσε στον ισλαμισμό, λόγω της βαριάς φορολογίας και των άλλων καταπιέσεων των Τούρκων. Κάποιοι από αυτούς παρέμειναν ορθόδοξοι χριστιανοί στα κρυφά (Λινοβάμβακοι). Μετά το 1856, κάποιοι από αυτούς άρχισαν να επιστρέφουν στην ορθοδοξία. Η τάση επιστροφής αυξήθηκε από το 1878 με τη βρετανική κυριαρχία στην Κύπρο, αλλά οι δυσκολίες που παρενέβαλλε η βρετανική διοίκηση, η φήμη για επιστροφή της Κύπρου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η δεινή οικονομική θέση που βρέθηκε η Εκκλησία λόγω των μέτρων των Βρετανών εναντίον της, αλλά και το γεγονός ότι δεν υπήρξε ο απαραίτητος ζήλος από όλους τους εκκλησιαστικούς αξιωματούχους, δεν επέτρεψαν την επιστροφή στην ορθοδοξία των περισσότερων Λινοβάμβακων.

Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, κάποιοι Κύπριοι μαρτύρησαν για την πίστη τους (νεομάρτυρες). Είναι γνωστοί οι Κύπριοι Άγιοι που μαρτύρησαν στο εξωτερικό: ο Ιωάννης (ή Γεώργιος) στην Πτολεμαΐδα (Άκκρα), ο Πολύδωρος στη Νέα Έφεσο και ο Μιχαήλ στη Νέα Μάκρη της Θράκης.

Ζ. Η Εκκλησία προσπαθούσε να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των χριστιανών με την ίδρυση λεπροκομείου και ορφανοτροφείου και παρέχοντας βοήθεια στους πτωχότερους πιστούς. Κατέβαλλε συστηματική προσπάθεια να εξαγοράζει χριστιανούς που θα πωλούνταν ως δούλοι καθώς και εκκλησιαστικές και άλλες περιουσίες που είχαν αρπάξει οι Τούρκοι.

Ιδιαίτερα σημαντικός ήταν ο ρόλος και των ιερέων των ενοριών και των κοινοτήτων. Έπρεπε να δρουν πολύ προσεκτικά, για να αποτρέπουν τους εξισλαμισμούς, να παρέχουν οικονομική και ηθική υποστήριξη στα δυσπραγούντα μέλη του ποιμνίου, να φροντίζουν για τη φυγάδευση κυνηγημένων από τους Τούρκους, για την προστασία της περιουσίας του ποιμνίου, όπως ο οικονόμος Παπαζαχαρίας Ιωάννου από την Κυθρέα, ο οποίος απέτρεψε την αρπαγή μέρους του νερού του Κεφαλόβρυσου από τους Τούρκους, κ.ά.

Την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας οι Τούρκοι δεν επέδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους ιεράρχες της Κύπρου. Όμως, η εντατικοποίηση των προσπαθειών της Εκκλησίας για προστασία του ποιμνίου της από τις τουρκικές αυθαιρεσίες και άλλες δυσμενείς καταστάσεις προκάλεσε αύξηση των αντιδράσεων των Τούρκων, οι οποίοι δημιούργησαν αρκετά προβλήματα τόσο σε ιεράρχες όσο και σε άλλους κληρικούς και μοναχούς στην Κύπρο. Ήταν ιδιαίτερα εύκολο να συκοφαντηθεί ένας κληρικός ή λαϊκός, να εκτελεσθεί ή να ταλαιπωρηθεί, να δημευθεί η περιουσία του και να πωληθούν ως δούλοι τα μέλη της οικογένειάς του. Έτσι, κατάφερναν οι Τούρκοι να αποσπούν μεγάλα χρηματικά ποσά από τους Έλληνες για την «προστασία» που τους πρόσφεραν. Συγκεκριμένα, από τους 26 Αρχιεπισκόπους της Κύπρου την περίοδο της Τουρκοκρατίας, οι οκτώ δοκιμάσθηκαν ιδιαίτερα από την αυθαιρεσία των Τούρκων: ένας απαγχονίσθηκε (1821), ένας ταλαιπωρήθηκε μέχρι θανάτου, εναντίον ενός έγινε απόπειρα φόνου, τέσσερις εξορίστηκαν, δύο παύθηκαν και ένας συνελήφθη στην Κωνσταντινούπολη και στάληκε στην Κύπρο σιδηροδέσμιος, για να δικαστεί. Τρείς Μητροπολίτες αποκεφαλίστηκαν το 1821, τουλάχιστον επτά εξορίστηκαν και εναντίον τριών έγινε απόπειρα φόνου. Ακόμη, δύο Μητροπολίτες σκοτώθηκαν κατά την κατάληψη της Λευκωσίας από τους Τούρκους το 1570. Επίσης, αναφέρονται φόνοι, κακοποιήσεις και αρπαγές περιουσιών άλλων κληρικών, μοναχών και λαϊκών.

Η τουρκική αυθαιρεσία και θηριωδία εκδηλώθηκε ιδιαίτερα το 1821, όταν διοικητής της Κύπρου ήταν ο Κιουτσούκ Μεχμέτ. Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός (1810-1821) είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία το 1818 και είχε υποσχεθεί οικονομική υποστήριξη για την επικείμενη Ελληνική Επανάσταση. Ο Αρχιεπίσκοπος έκρινε ότι στην Κύπρο, χωρίς αρκετά όπλα, λαό χωρίς πείρα πολέμου και ναυτικό, και πολύ κοντά σε περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η επανάσταση θα καταπνιγόταν εύκολα.

Έτσι, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, γενικός έφορος της Φιλικής Εταιρείας, ενημέρωσε τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό τον Οκτώβριο του 1820, για αποστολή της εισφοράς της Κύπρου. Στη Φιλική Εταιρεία μυήθηκαν και άλλοι κληρικοί και λαϊκοί στην Κύπρο.

Με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821 και τις πρώτες επιτυχίες της, ανησύχησαν οι Τούρκοι στην Κύπρο, ιδίως μετά την κυκλοφορία επαναστατικών προκηρύξεων, που διένειμε ο Αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Θησεύς, ανεψιός του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού, που ήρθε στη Λάρνακα από το εξωτερικό. Από τους Έλληνες της Κύπρου αφαιρέθηκαν τα λίγα όπλα που είχαν (μέτρο που εφαρμόστηκε σ’ όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία). Επίσης, ο Κιουτσούκ Μεχμέτ ζήτησε από τον Σουλτάνο να αποστείλει τουρκικά στρατεύματα στο νησί, πράγμα που έγινε, και να εγκρίνει τη σφαγή της θρησκευτικής, πολιτικής και οικονομικής ηγεσίας των Ελλήνων της Κύπρου. Παρά την αρχική άρνησή του να εγκρίνει τις σφαγές στην Κύπρο, τελικά ο Σουλτάνος ενέκρινε την πρόταση.

Με πρόσχημα ότι πρέπει να σταλεί ευχαριστήρια επιστολή στο Σουλτάνο για την ευαρέσκειά του στους χριστιανούς του νησιού για την παράδοση των όπλων τους, προσπάθησε να συγκεντρώσει όλους όσοι ήταν στον κατάλογο των προγραφών στη Λευκωσία. Κάποιοι κληρικοί και λαϊκοί, που αντιλήφθηκαν τις προθέσεις του Κιουτσούκ Μεχμέτ, δεν πήγαν στη Λευκωσία και κατάφεραν να διαφύγουν στο εξωτερικό. Το Σάββατο, 9 Ιουλίου 1821, ο Κιουτσούκ Μεχμέτ διέταξε να κλείσουν τις τρεις πύλες της Λευκωσίας και άρχισαν οι εκτελέσεις. Στην πλατεία Σεραγιού οι Τούρκοι απαγχόνισαν τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, κρεμάζοντάς τον σε συκαμινιά, και αποκεφάλισαν τους Μητροπολίτες Πάφου Χρύσανθο, Κιτίου Μελέτιο και Κυρηνείας Λαυρέντιο. Στη συνέχεια, μέσα στις επόμενες ημέρες, εκτέλεσαν και άλλους κληρικούς και λαϊκούς, αρκετοί από τους οποίους δεν ήταν στον κατάλογο των προγραφών, αλλά είχαν κάποιο πλούτο, που άρπαξαν οι Τούρκοι.

Τα λείψανα αρκετών εκτελεσθέντων λαϊκών στη Λευκωσία πετάχθηκαν έξω από τα τείχη και τάφηκαν στα κοιμητήρια Παλλουριώτισσας και Αγίων Ομολογητών, ενώ τα λείψανα των ιεραρχών, του ηγουμένου Κύκκου και του αρχιδιακόνου της Αρχιεπισκοπής τάφηκαν σε τάφο στον περίβολο του ναού Παναγίας Φανερωμένης στη Λευκωσία, ενώ σε γειτονικό τάφο τα λείψανα δέκα λαϊκών προκρίτων. Στον περίβολο του ναού στήθηκε το 1930 μνημείο των εκτελεσθέντων, ενώ ο Βασίλης Μιχαηλίδης έγραψε γι’ αυτούς το ποίημα «Η 9η Ιουλίου 1821 εν Λευκωσία Κύπρου».

Οι σφαγές στη Λευκωσία έδωσαν το σύνθημα για συστηματική λεηλασία Μονών και ναών, βασανιστήρια, καταπίεση, οικονομική απομύζηση, δήμευση περιουσιών των εκτελεσθέντων και των διαφυγόντων τη σφαγή και φυλάκιση των οικογενειών τους, για την απελευθέρωση των οποίων οι χριστιανοί της Κύπρου πλήρωσαν περισσότερα από ένα εκατομμύριο γρόσια. Η έντονη οικονομική απομύζηση των Μονών συνεχίστηκε για χρόνια. Πολλοί μοναχοί υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις Μονές τους. Ναοί μετατράπηκαν σε τζαμιά ή αχυρώνες ή καταστράφηκαν και εντάθηκαν οι εξισλαμισμοί. Οι περιουσίες που δημεύτηκαν δημοπρατήθηκαν και κατέληξαν κυρίως σε Τούρκους της Κύπρου και στον διερμηνέα του Γαλλικού Προξενείου της Λάρνακας.

Ιδιαίτερα βαρύ τίμημα πλήρωσε η περιοχή της Κυθρέας την περίοδο αυτή. Οι Τούρκοι αποκεφάλισαν τον οικονόμο του ναού της Παναγίας Χαρδακιώτισσας Κυθρέας Παπαχριστόδουλο Χατζηαττάλα, τον πρωτόπαπα Χριστόδουλο από το Έξω Μετόχι, τον Παπάγιαννη με τον δωδεκάχρονο όμορφο γιο του Γωίλη από τη Βώνη, και τον Χατζηιωνά από την Κυθρέα. Ισχυρή τοπική παράδοση αναφέρει εκτέλεση άλλων δεκαεπτά κατοίκων Κυθρέας, ενώ τουρκική πηγή αναφέρει εκτέλεση τουλάχιστον ακόμη ενός ιερέα στην περιοχή. Λίγο αργότερα οι Τούρκοι εκτέλεσαν με ανασκολοπισμό (παλούκωμα) τον ιερέα Παπαγεώργιο Καλυβακιώτη, εφημέριο του ναού του Αγίου Βασιλείου στον βοσκότοπο των Καλυβακιών. Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η ιστορία με την εκτέλεση του ιερέα Παπάγιαννη και του γιού του Γωίλη. Ο τραγικός ιερέας ζήτησε να αποκεφαλιστεί πρώτα ο Γωίλης, γιατί υπήρχε κίνδυνος αυτός να φοβηθεί, όταν έβλεπε τον αποκεφαλισμό του πατέρα του και να αρνηθεί την πίστη του, για να σωθεί. Ο εγγονός του Παπαχριστόδουλου Χατζηαττάλα Παπάγιαννης Χατζηαττάλας βασανίστηκε άγρια από τους Τούρκους και πέθανε νέος.

Κάποιοι από τους κληρικούς και λαϊκούς που διέφυγαν στην Ευρώπη ετοίμασαν προκήρυξη καταδίκης των τουρκικών βαρβαροτήτων στην Κύπρο και διακήρυξής τους να αγωνιστούν για την ελευθερία της πατρίδας τους. Επίσης, κάποιοι απ’ αυτούς έλαβαν μέρος σε μάχες στην Ελλάδα, όπως και αρκετοί άλλοι Κύπριοι, τόσο απ’ αυτούς που ζούσαν σε χώρες του εξωτερικού όσο και στην Κύπρο, οι οποίοι έφευγαν για την Ελλάδα κυρίως με ελληνικά πολεμικά πλοία που ανεφοδιάζονταν στην Κύπρο.

Θύματα της τουρκικής θηριωδίας το 1821 ήταν και οι Κύπριοι Μητροπολίτες Νικομηδείας, Αθανάσιος Καρύδης, στην Κωνσταντινούπολη και Δημητσάνης, Φιλόθεος Χατζής, στην Τρίπολη.

Μελετώντας τον ρόλο της Εκκλησίας της Κύπρου κατά την Τουρκοκρατία, μπορούμε να πούμε ότι αυτή στάθηκε τροφός και φρουρός της Κύπρου τη δύσκολη αυτή περίοδο.

*Πηγή: Εορτολόγιο 2021, Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, σελ. 38-53. (μερική διασκευή)

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟ 1821 ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ